Η κυβερνητική λογική περί του «αντιπαραγωγικού» χαρακτήρα των μικρών επιχειρήσεων μεταφέρεται και στις φορολογικές αρχές.
Μαριάννα Τόλια
Κεντρικό ρόλο στο σχέδιο Πισσαρίδη, που ακολουθεί η
κυβέρνηση Μητσοτάκη, είχε η ιδέα περί του αντιπαραγωγικού χαρακτήρα των μικρών
και πολύ μικρών επιχειρήσεων οι οποίες αποτελούν τη ραχοκοκαλιά του ελληνικού
επιχειρείν. Η λύση στο «πρόβλημα» αυτό είναι η αύξηση του αριθμού των
επιχειρήσεων μεσαίου και μεγάλου μεγέθους και το «λουκέτο» στις μικρές.
Η ιδέα αυτή ταιριάζει γάντι με τη διάθεση της κυβέρνησης
Μητσοτάκη να στηρίξει και να υπηρετήσει τους ολίγους πολύ μεγάλους του κάθε
κλάδου, από την ενέργεια έως τις τηλεπικοινωνίες και τις τράπεζες, ώστε να έχει
κι αυτή τα οφέλη της αμέριστης υποστήριξής τους. Η λειτουργία αυτή
εξυπηρετήθηκε μέσα από την κατανομή των κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης και τα
περισσότερα νομοθετήματα της ΝΔ περί ενέργειας, τηλεπικοινωνιών, πληροφορικής,
τραπεζών και funds.
Βάναυσα επιθετικό ρόλο σε βάρος των μικρών προσέλαβε επίσης
η ψηφιοποίηση της επαφής των επιχειρήσεων με την ΑΑΔΕ. Παρότι καταρχήν θετική,
η ψηφιοποίηση διαμορφώθηκε από την κυβέρνηση Μητσοτάκη κατά τα πρότυπα των
μεγάλων επιχειρήσεων που διαθέτουν τζίρο πάνω από 3 εκατ. ευρώ, οργανωμένο
λογιστήριο και πάροχο πληροφορικής και επιβλήθηκε ως ένα πολύπλοκο και
κοστοβόρο πακέτο και στις μικρές, με τρόπο που προσθέτει δυσανάλογα έξοδα σε
σχέση με τον τζίρο και τα κέρδη τους, κόβει από την παραγωγικότητά τους και
δημιουργεί νέα ολιγοπώλια στον κλάδο των υπηρεσιών πληροφορικής.
Τα ίδια και χειρότερα συμβαίνουν με τις διατάξεις του
υπουργείου Οικονομικών και τις αποφάσεις της ΑΑΔΕ, της κατ’ όνομα ανεξάρτητης,
στην πραγματικότητα ενός ανδρός αρχή, του διοικητή Γιώργου Πιτσιλή, που σε όλα
τα επίπεδα –από τη φορολογία μέχρι τον έλεγχο– επιβαρύνουν τις μικρές
επιχειρήσεις και τα φυσικά πρόσωπα και ευνοούν τις μεγάλες.
