Γιάννης Δούμος
Στις 12 Αυγούστου 1945, δυο εβδομάδες πριν την αυτοκτονία του Αδόλφου Χίτλερ, ο συνθέτης Ρίχαρντ Στράους, ολοκληρώνει το κομμάτι του για 23 έγχορδα με τον τίτλο «Μεταμόρφωση» (Metamorphosen). Όντας σε κακή υγεία και έχοντας ανάγκη να μεταφερθεί σε λουτρά κοντά στην Βιέννη, χρειάστηκε να ξεπεράσει την άρνηση των Ναζί να του δώσουν ταξιδιωτικά έγγραφα. Έτσι, του ανατέθηκε από τον ανοιχτά ναζιστή μαέστρο Καρλ Μπέμ η σύνθεση ενός κομματιού που θα έκανε πρεμιέρα στη Ζυρίχη ώστε να του επιτραπεί το ταξίδι του.
Επάνω στην παρτιτούρα του έργου, το οποίο ξεκινάει χρησιμοποιώντας αυτούσιο το θέμα από το πένθιμο εμβατήριο της τρίτης συμφωνίας του Μπετόβεν, ο Στράους γράφει μια φράση: «In Memoriam», «Εις μνήμην». Πολλές υποθέσεις έχουν γίνει για τη σημασία αυτής της φράσης και ο ίδιος ο συνθέτης ποτέ δεν έδωσε απαντήσεις.
Η σχέση του Στράους με τους ναζί είναι σύνθετη. Από τη μία δέχτηκε αξιώματα και έβαλε το ταλέντο του στην υπηρεσία του τρίτου Ράιχ συνθέτοντας ακόμα και τον ύμνο των ολυμπιακών αγώνων του 1936 στο Βερολίνο. Από την άλλη ως καλλιτεχνικός διευθυντής αρνήθηκε να αποκλείσει από το ρεπερτόριο εβραίους συνθέτες όπως ο Μέντελσον και συνεργάστηκε με εβραίους όπως ο συγγραφέας Στέφαν Τσβάιχ που του έγραψε το λιμπρέτο για μία όπερα. Σε μία επιστολή του προς τον Τσβάιχ, γράφει: «Πιστεύετε ότι καθοδηγούμαι ποτέ, σε οποιαδήποτε από τις πράξεις μου, από τη σκέψη ότι είμαι «Γερμανός»; Νομίζετε ότι ο Μότσαρτ ήταν συνειδητά «Άριος» όταν συνέθετε; Αναγνωρίζω μόνο δύο είδη ανθρώπων: εκείνους που έχουν ταλέντο και εκείνους που δεν έχουν.»
Αυτή η επιστολή του αναχαιτίζεται από την Γκεστάπο και στέλνεται στον ίδιο τον Χίτλερ, με αποτέλεσμα να πέσει σε δυσμένεια. Το καθεστώς παρόλα αυτά συνεχίζει να χρησιμοποιεί τη μουσική του. Ο Γκαίμπελς γράφει για αυτόν στο ημερολόγιο του: «Δυστυχώς, προς το παρόν τον χρειαζόμαστε ακόμα, αλλά μια μέρα θα έχουμε τη δική μας μουσική και τότε δεν θα έχουμε καμία περαιτέρω ανάγκη για αυτόν τον παρακμιακό νευρωτικό.» Ο Στράους χρησιμοποιεί όλες τις διασυνδέσεις του και τη φήμη του για να διασώσει την Εβραία νύφη του και την οικογένειά της από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, το καταφέρνει για την ίδια αλλά όχι για τους δικούς της.
Με τον πόλεμο να εξελίσσεται, θρηνεί την καταστροφή της Δρέσδης, του σπιτιού του Γκαίτε και της Όπερας του Μονάχου από τους βομβαρδισμούς των συμμάχων το 1943. Λέει στον βιογράφο του:
«Η πυρκαγιά του Hoftheater του Μονάχου, του χώρου που ήταν αφιερωμένος στις πρώτες παραστάσεις των «Τριστάνου» και των «Αρχιτραγουδιστών της Νυρεμβέργης», όπου πριν από 73 χρόνια άκουσα για πρώτη φορά τον «Ελεύθερο Σκοπευτή», όπου ο καλός μου πατέρας κάθισε για 49 χρόνια ως πρώτο κόρνο στην ορχήστρα – όπου, στο τέλος της ζωής μου, βίωσα την πιο έντονη αίσθηση εκπλήρωσης των συγγραφικών ονείρων σε δέκα παραγωγές– αυτή ήταν η μεγαλύτερη καταστροφή που έχει συμβεί ποτέ στη ζωή μου, για την οποία δεν μπορεί να υπάρξει παρηγοριά και, στα γεράματά μου, καμία ελπίδα…».
Τέλος, αμέσως μετά την ολοκλήρωση της Μεταμόρφωσης και λίγο πριν την άνευ όρων παράδοση της Γερμανίας, γράφει στο ημερολόγιο του: « ‘Έληξε η πιο φρικτή περίοδος της ανθρώπινης ιστορίας, η δωδεκαετής βασιλεία κτηνωδίας, αγνωσίας και αντι-κουλτούρας υπό τους χειρότερους εγκληματίες, στη διάρκεια της οποίας η πολιτιστική εξέλιξη 2.000 ετών της Γερμανίας βρήκε τον χαμό της». Τί σημαίνει λοιπόν το «In Memoriam”;
Ο Μπετόβεν είχε αφιερώσει την Τρίτη του Συμφωνία στον Ναπολέοντα ως σωτήρα της γαλλικής επανάστασης, αλλά έξυσε την αφιέρωση από την πρώτη σελίδα όταν εκείνος αυτοανακηρύχτηκε αυτοκράτορας και εισέβαλε στην Πρωσία. Όταν ο Στράους χρησιμοποιεί το θέμα από το δεύτερο μέρος της αυτούσιο σε ποιον αποτίνει φόρο τιμής; Στον Μπετόβεν και τον αγαπημένο του ποιητή, τον Γκαίτε; Θεωρεί τον Χίτλερ έναν νέο Ναπολέοντα που πήγε να δοξάσει τη Γερμανία αλλά την οδήγησε στην ήττα; Αναπολεί το Γερμανικό πνεύμα που χάθηκε κάτω από τις μπότες των ναζί, ή την προσδοκία ότι οι ναζί θα έκαναν όλο τον κόσμο να το προσκυνήσει;
Ίσως η απάντηση να βρίσκεται κάπου στη μέση. Ίσως ο Στράους θεώρησε πως η βαρβαρότητα δε θα αγγίξει τον ίδιο και τα πράγματα που αγαπά. Όσο άγγιζε μόνο τους άλλους, αυτό που τον απασχολούσε ήταν μόνο το «ταλέντο». Όταν είδε όμως τα αγαπημένα του θέατρα να γίνονται σκόνη, τα μέλη της οικογένειας του να εξαφανίζονται στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και την ίδια του τη χώρα να ισοπεδώνεται, κατάλαβε ότι η βαρβαρότητα δεν κάνει διακρίσεις. Ίσως τελικά να μην ήξερε ούτε ο ίδιος στη μνήμη ποιου πράγματος αφιερώνει το μουσικό του έργο. Ίσως να νόμιζε ότι το αφιερώνει στη μνήμη του χαμένου γερμανικού πνεύματος αλλά τελικά να αναπολεί την δική του αίσθηση ότι αν κοιτάξει τη δουλειά του θα είναι υπεράνω της κτηνωδίας.
Μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, ο κόσμος όντως μπήκε σε μια διαδικασία μεταμόρφωσης προσπαθώντας να δημιουργήσει τις συνθήκες η βαρβαρότητα να μην πάρει ξανά τον πρώτο λόγο. Ιδρύθηκε ο ΟΗΕ, ξεκίνησαν κινήματα πολιτικής χειραφέτησης των μαύρων, των γυναικών, κινήματα στην τέχνη και τη μουσική, η ροκ επανάσταση ο Μάης του ’68. Στην Ελλάδα η βαρβαρότητα συνεχίστηκε. Εμφύλιος, μετεμφυλιακό κράτος, τελικά χούντα και το δικό μας παιδί του Μάη του ’68, το Πολυτεχνείο του ’73.
Τα αντιπολεμικά κινήματα υπήρξαν κέντρο της προσπάθειας για έναν καλύτερο κόσμο. Από τη μια ο πόλεμος του Βιετνάμ, από την άλλη οι πυρηνικοί εξοπλισμοί και ο φόβος για ένα ολοκαύτωμά της ανθρωπότητας έδωσαν γέννηση σε αντιπολεμικά κινήματα σε όλο τον κόσμο. Στην Ελλάδα, ο βουλευτής της ΕΔΑ Γ. Λαμπράκης κατάλαβε την επαναστατικότητα του ειρηνιστικού μηνύματος. Δυστυχώς το ίδιο κατάλαβε και η δεξιά, διατάσσοντας τη δολοφονία του από το παρακράτος της.
Οι πυρηνικοί εξοπλισμοί όμως είχαν και μια αναπάντεχη παρενέργεια. Η ισορροπία του τρόμου την οποία εγκατέστησαν, έκανε την ένοπλη σύγκρουση στον αναπτυγμένο κόσμο να φαντάζει αδύνατη και ως κάτι που θα οδηγούσε σε κλιμάκωση σε πυρηνικό όλεθρο. Συνέβαλαν έτσι με έναν διαστροφικό τρόπο στη διατήρηση της ειρήνης ανάμεσα στις χώρες με σύγχρονους στρατούς.
Ταυτόχρονα, η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας έμοιαζε να υπόσχεται μια αέναη ειρήνη μιας και ένας πόλεμος θα διέκοπτε το ομαλό το εμπόριο. Αυτό όμως είχε ένα πρόβλημα. Οι επιθέσεις των ΗΠΑ σε υποανάπτυκτες τεχνολογικά χώρες ή οι ενορχηστρωμένοι εμφύλιοι στην Αφρική και οι χούντες στη Λατινική Αμερική δεν κατανάλωναν όπλα υψηλής τεχνολογίας. Ακόμα περισσότερο κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει πως θα λειτουργούν τα σύγχρονα όπλα στο πεδίο της μάχης αν τοποθετηθούν το ένα απέναντι στο άλλο.
Με τον πόλεμο στην Ουκρανία ξεκίνησε κάτι καινούριο. Οι μεγάλες δυνάμεις σα να μπόρεσαν να καταλήξουν σε μια σιωπηρή συμφωνία πως γίνεται να πολεμούν δι αντιπροσώπου χωρίς τη χρήση πυρηνικών. Η αγορά άνοιξε. Όπλα δοκιμάστηκαν, διαφημίστηκαν, συγκρίθηκαν. Η φαντασίωση ότι ο πόλεμος πια είναι ένα υψηλής τεχνολογίας βίντεο γκέιμ θάφτηκε στα χαρακώματα της Μαριούπολης.
Η Ευρώπη άρχισε να εξοπλίζεται με τη Γερμανία να σπάει το ταμπού 80 χρόνων, το Ισραήλ πραγματοποίησε εκτός από μια γενοκτονική εκστρατεία με την επίσημη στήριξη Ευρώπης και ΗΠΑ, ανοιχτές επιθέσεις ενάντια στο Ιράν, οι ΗΠΑ αναπτύσσουν δυνάμεις εισβολής στη Λατινική Αμερική. Η οικονομία αποπαγκοσμιοποιείται και ο πρόεδρος των ΗΠΑ διατάσσει νέες πυρηνικές δοκιμές ώστε να διατυμπανίσει την αποτρεπτική ισχύ της χώρας του.
Φαίνεται πως ο πόλεμος είναι ξανά στην ημερήσια διάταξη και αποφέρει κέρδη όχι μόνο στην πολεμική βιομηχανία, αλλά και σε άλλους τομείς. Όταν όλοι εξοπλίζονται, η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη. Ο κόσμος μας αλλάζει για άλλη μια φορά, ζούμε τη δική μας μεταμόρφωση.
Το παράδειγμα του Στράους είναι μια συμπύκνωση της κατάστασης του κοινού ανθρώπου. Χωρίς να το καταλαβαίνει, πιστεύει ότι οι συμφορές του κόσμου δεν αφορούν τον ίδιο. Μόνο που ο πόλεμος αφορά σχεδόν αποκλειστικά τους κοινούς ανθρώπους. Αυτοί πολεμούν και αυτοί σκοτώνονται. Οι δικές τους ζωές καταστρέφονται. Ο Στράους πίστευε πως το ταλέντο του τον απομακρύνει από την κοινή ανθρώπινη μοίρα. Είδε όμως τον κόσμο του να διαλύεται ακόμα και αν ο ίδιος έμεινε αλώβητος. Εμείς πιστέψαμε πως οι πόλεμοι τελείωσαν. Το ψυχολογικό όριο του φόβου όμως έχει υποχωρήσει. Οι ισχυροί μπορούν πια να συμφωνήσουν να πολεμούν χωρίς τον κίνδυνο των πυρηνικών, σε τρίτο έδαφος.
Στην εποχή της κατάρρευσης των ιδεολογιών και της πλήρους επικράτησης του κυνισμού, το αντιπολεμικό κίνημα είναι το μόνο που μπορεί να απειλήσει την επέλαση της βαρβαρότητας. Όσο αρνούμαστε να αντικρύσουμε την πραγματικότητα ο κόσμος θα μετατρέπεται σε μια πυριτιδαποθήκη με πολλά φυτίλια.
Όσον αφορά δε τα συνθήματα, μετά την διάψευση όλων των συνθημάτων, τον Νοέμβρη του 2025 έχουμε ένα που δε χάνει ποτέ το νόημα του. Τρεις λέξεις που δεν μπορούν ποτέ να συνυπάρξουν με τον πόλεμο. Ψωμί. Παιδεία. Ελευθερία.
*Γιάννης Δούμος, Ψυχίατρος
