Ένα από τα σοβαρότερα και πιο δομικά προβλήματα της υπό εξέταση Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων είναι η ανεπαρκής και ουσιαστικά προσχηματική αντιμετώπιση των σωρευτικών επιπτώσεων. Παρότι το ίδιο το έργο χωροθετείται σε μια περιοχή που έχει ήδη επιβαρυνθεί σε εξαιρετικά μεγάλο βαθμό από υφιστάμενες και αδειοδοτημένες ανεμογεννήτριες, η ΜΠΕ επιλέγει να εξετάσει το προτεινόμενο αιολικό πάρκο απομονωμένα, σαν να πρόκειται για την πρώτη και μοναδική παρέμβαση στο όρος Άγκιστρο και στην οροσειρά του Όρβληλου.
Η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι εντελώς διαφορετική. Στο
ομώνυμο βουνό και στον ευρύτερο ορεινό όγκο του Όρβηλου λειτουργούν ήδη δεκάδες
ανεμογεννήτριες, ενώ στον χάρτη της ΡΑΑΕΥ εμφανίζονται επιπλέον αιτήσεις και
άδειες για νέα έργα ακριβώς στις ίδιες κορυφογραμμές. Η περιοχή δεν βρίσκεται
απλώς κοντά στα όρια κορεσμού· έχει ήδη υπερβεί κάθε εύλογο όριο φέρουσας
ικανότητας, τόσο περιβαλλοντικά όσο και κοινωνικά.
🔹Παρά τα παραπάνω, η ΜΠΕ περιορίζεται σε γενικές
αναφορές περί «μη σημαντικών σωρευτικών επιπτώσεων», χωρίς να προχωρά σε
συνολική χαρτογράφηση όλων των υφιστάμενων και σχεδιαζόμενων έργων, χωρίς να
εξετάζει την αθροιστική επίδραση στο τοπίο, στη βιοποικιλότητα, στο μικροκλίμα,
στους υδατικούς πόρους και στη λειτουργικότητα των οικοσυστημάτων. Η προσέγγιση
αυτή έρχεται σε ευθεία αντίθεση με πάγια νομολογία του Συμβουλίου της
Επικρατείας, σύμφωνα με την οποία οι σωρευτικές επιπτώσεις αποτελούν ουσιώδες
στοιχείο της περιβαλλοντικής αδειοδότησης και η αποσπασματική εξέταση έργων
καθιστά τη ΜΠΕ νομικά και επιστημονικά ελλιπή.
🔹Ιδιαίτερα προβληματική είναι η πλήρης απουσία
αξιολόγησης της φέρουσας ικανότητας της περιοχής. Η ΜΠΕ δεν απαντά στο κρίσιμο
ερώτημα: πόσες ανεμογεννήτριες μπορεί να «αντέξει» το όρος Άγκιστρο και ο Όρβηλος
χωρίς να αλλοιωθεί ανεπανόρθωτα ο χαρακτήρας τους; Δεν υφίσταται καμία αναφορά
σε ανώτατα όρια, σε κριτήρια κορεσμού ή σε σενάρια μη περαιτέρω ανάπτυξης.
Αντιθέτως, κάθε νέο έργο παρουσιάζεται ως μεμονωμένη και ανεκτή προσθήκη,
δημιουργώντας στην πράξη ένα φαινόμενο σαλαμοποίησης της περιβαλλοντικής
αδειοδότησης.
Η απουσία χωρικού σχεδιασμού γίνεται ακόμη πιο εμφανής αν
ληφθεί υπόψη ότι η περιοχή:
• βρίσκεται σε άμεση γειτνίαση με προστατευόμενες
περιοχές Natura 2000,
• αποτελεί τμήμα ενός ενιαίου ορεινού οικοσυστήματος με
διασυνοριακή σημασία (Ελλάδα – Βουλγαρία),
• έχει ήδη πληγεί από εκτεταμένες πυρκαγιές μεγάλης
διάρκειας, με αποτέλεσμα τη δραστική μείωση της οικολογικής ανθεκτικότητας του
βουνού.
Η ΜΠΕ αγνοεί πλήρως το γεγονός ότι ένα καμένο και υποβαθμισμένο
οικοσύστημα είναι πολλαπλά πιο ευάλωτο σε νέες βαριές παρεμβάσεις. Αντί να
υιοθετείται η αρχή της προφύλαξης και της αποκατάστασης, προωθείται ένα ακόμη
έργο βαριάς υποδομής, με νέους δρόμους, εκσκαφές και μόνιμες εγκαταστάσεις σε
μια περιοχή που δεν έχει ακόμη προλάβει να ανακάμψει.
🔹Στο ίδιο πλαίσιο, η ΜΠΕ αποφεύγει να συσχετίσει
τη χωροθέτηση του έργου με τις υφιστάμενες χρήσεις γης και τις αναπτυξιακές
προοπτικές της περιοχής. Το Άγκιστρο και το Αχλαδοχώρι αποτελούν ένα τόπο με
έντονη τουριστική ταυτότητα, φυσικές πηγές, πεζοπορικές και ποδηλατικές
διαδρομές, ιστορικά μνημεία και ήπια αγροτική δραστηριότητα. Η συσσώρευση
βιομηχανικών εγκαταστάσεων ενέργειας αλλοιώνει σταδιακά αλλά μόνιμα αυτή την
ταυτότητα, χωρίς να εξετάζεται αν το συνολικό αποτέλεσμα εξακολουθεί να είναι
συμβατό με τις ανάγκες και τις επιλογές της τοπικής κοινωνίας.
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι η ΜΠΕ δεν
εξετάζει εναλλακτικά χωροταξικά σενάρια, ούτε συγκρίνει την περιοχή της
επέμβασης με άλλες λιγότερο επιβαρυμένες ζώνες. Η επιλογή του συγκεκριμένου
βουνού εμφανίζεται ως δεδομένη, χωρίς αιτιολόγηση, ενισχύοντας την αίσθηση ότι
πρόκειται για έναν χώρο που έχει χαρακτηριστεί σιωπηρά ως «ζώνη θυσίας» για την
παραγωγή ενέργειας.
🔹Η σωρευτική επιβάρυνση δεν αφορά μόνο το φυσικό
περιβάλλον αλλά και την κοινωνία. Η συνεχής προσθήκη νέων έργων δημιουργεί ένα
αίσθημα μόνιμης απειλής και ανασφάλειας, υπονομεύει την κοινωνική συνοχή και
εντείνει την καχυποψία απέναντι στους θεσμούς. Οι κάτοικοι καλούνται κάθε φορά
να αντιδρούν αποσπασματικά, χωρίς ποτέ να τους δίνεται η δυνατότητα να
αποφασίσουν συνολικά για το μέλλον του τόπου τους.
👉Συμπερασματικά, η ΜΠΕ αποτυγχάνει να
ανταποκριθεί σε μία από τις θεμελιώδεις απαιτήσεις της περιβαλλοντικής
αδειοδότησης: την ολιστική αξιολόγηση των σωρευτικών επιπτώσεων και τον
ουσιαστικό χωρικό σχεδιασμό. Η παράλειψη αυτή δεν είναι δευτερεύουσα, αλλά
πλήττει τον ίδιο τον πυρήνα της μελέτης και καθιστά την αδειοδότηση του έργου
επισφαλή, τόσο επιστημονικά όσο και νομικά. Για μια περιοχή ήδη υπερκορεσμένη,
καμένη και κοινωνικά εξαντλημένη, η προώθηση ενός ακόμη αιολικού έργου δεν
συνιστά βιώσιμη επιλογή, αλλά επιτάχυνση μιας μη αναστρέψιμης υποβάθμισης.
