Υπάρχουν στιγμές που η πολιτική επικοινωνία παύει να είναι απλώς φτωχή και γίνεται βαθιά προσβλητική. Όχι επειδή υπερβάλλει, αυτό είναι σχεδόν αναμενόμενο, αλλά επειδή επιχειρεί συνειδητά να παρουσιάσει το τίποτα ως έργο και το πρόχειρο ως επιτυχία.
Η τελευταία ανάρτηση του δημάρχου Σιντικής Γιώργου
Τάτσιου για τον αγιασμό των υδάτων στο Σιδηρόκαστο, είναι ένα τέτοιο παράδειγμα.
Ένα ρέμα που μέχρι χθες ήταν μια λασπωμένη τρύπα, γεμάτη φερτά υλικά,
εγκατάλειψη και δυσοσμία, «αναβαθμίστηκε» με νάιλον και μουσαμάδες και
παρουσιάστηκε ως αποτέλεσμα διοίκησης. Ένα -κυριολεκτικά- τσαντίρι, στημένο για
λίγες ώρες, βαφτίστηκε έργο χωρίς καμία συστολή.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο προκλητική όταν αυτό το
τσαντίρι ντύνεται με βαριά σύμβολα. Ελληνική σημαία σε πρώτο πλάνο, η λέξη
«Μακεδονία» γραμμένη επιδεικτικά, πατριωτικός στόμφος και συναισθηματική
φόρτιση στο φουλ.
Μόνο που εδώ η σημαία δεν υψώνεται για να τιμήσει, αλλά
για να καλύψει. Δεν λειτουργεί ως σύμβολο αξιών, αλλά ως κουρτίνα. Πίσω από το
τσαντίρι, το ρέμα συνεχίζει να δέχεται λύματα, η κοίτη παραμένει αφρόντιστη και
ο δημόσιος χώρος θυμίζει περισσότερο παρατημένο εργοτάξιο παρά τόπο τελετής.
Το ουσιαστικό πρόβλημα δεν είναι καν η αισθητική
κακοποίηση. Είναι η πλήρης σύγχυση ανάμεσα στο έργο και στο σκηνικό. Έργο
σημαίνει παρέμβαση με διάρκεια, σχεδιασμό και αποτέλεσμα. Σημαίνει ότι κάτι
αλλάζει πραγματικά για τους πολίτες. Δεν σημαίνει ότι στήνεται ένα τσαντίρι για
να βγει η φωτογραφία.
Εδώ όμως η φωτογραφία προηγείται και το περιεχόμενο
απουσιάζει. Το περιβόητο “Πριν-Μετά” δεν δείχνει πρόοδο, δείχνει απλώς πόσο
χαμηλά έχει κατέβει ο πήχης των απαιτήσεων.
Η πραγματικότητα παραμένει πεισματικά ίδια. Τα προβλήματα
του ρέματος δεν λύθηκαν, απλώς κρύφτηκαν για λίγες ώρες κάτω από το τσαντίρι.
Τα λύματα πχ δεν σταμάτησαν να πέφτουν, απλώς δεν χωρούν
στη λεζάντα. Είναι η κλασική λογική του χαλιού, μόνο που εδώ το χαλί είναι ένα
τσαντίρι με εθνικά χρώματα. Αυτό το είδος «πατριωτισμού» δεν τιμά ούτε τη
σημαία ούτε τη Μακεδονία. Τις εργαλειοποιεί. Τις μετατρέπει σε φόντο για να
καλυφθεί η ανυπαρξία ουσιαστικής πολιτικής. Γιατί αν υπήρχε πραγματικό έργο,
δεν θα χρειαζόταν τσαντίρι, ούτε μουσαμάδες, ούτε τόσος θόρυβος. Τα έργα δεν
χρειάζονται κεφαλαία γράμματα, ούτε δραματικές συγκρίσεις. Στέκονται μόνα τους.
Και αν ο δήμαρχος Σιντικής ισχυριστεί ότι το πρόβλημα των
λυμάτων του Σιδηροκάστρου «λύθηκε», ας παρουσιάσει άμεσα συγκεκριμένο
χρονοδιάγραμμα και όχι γενικόλογες δηλώσεις.
Η πραγματικότητα είναι ότι σχεδόν όλοι οι δήμοι της χώρας
εντάχθηκαν σε αντίστοιχα προγράμματα με δικές τους ενέργειες. Ο δήμος μας
αποτελεί εξαίρεση, αφού λόγω ανεπάρκειας χρειάστηκε να παρέμβει το ίδιο το
Υπουργείο Περιβάλλοντος που ανέλαβε την υπόθεση μόνο για το Σιδηρόκαστρο και το
Νέο Πετρίτσι, αποκλειστικά για να περιοριστούν τα πρόστιμα που πληρώνει επί
χρόνια η χώρα για παραβίαση της ευρωπαϊκής νομοθεσίας.
Ο κ.Τάτσιος φαίνεται να έχει μετατρέψει τη διοίκηση σε
διαρκή ανάρτηση. Φωτογραφίες, συνθήματα, λεζάντες, συγκρίσεις. Το ερώτημα
παραμένει αμείλικτο. Πότε εργάζεται ; Πότε σχεδιάζει ποδομές, πότε λύνει χρόνια
προβλήματα, πότε διεκδικεί πόρους και πότε υλοποιεί παρεμβάσεις που δεν
χρειάζονται τσαντίρια για να σταθούν;
Η παρουσία στα κοινωνικά δίκτυα δεν είναι από μόνη της
πρόβλημα. Γίνεται πρόβλημα όταν χρησιμοποιείται για να καλύψει το κενό. Όταν η
επικοινωνία δεν συνοδεύει το έργο, αλλά το αντικαθιστά. Όταν ο δήμος διοικείται
σαν σελίδα στο Facebook και η πολιτική περιορίζεται σε likes και σχόλια. Εκεί η
φούσκα μεγαλώνει, μέχρι να σκάσει, αφήνοντας πίσω της μόνο το τσαντίρι και την
πραγματικότητα που ποτέ δεν άλλαξε.
Κι εδώ βρίσκεται ο πυρήνας του ζητήματος. Το πραγματικό
πρόβλημα δεν είναι μόνο ο δήμαρχος Σιντικής. Είναι το κοινό του. Οι θιασώτες
που σπεύδουν να κάνουν like και να γράψουν «μπράβο δήμαρχε» για το τσαντίρι,
λες και πρόκειται για έργο πνοής. Χωρίς αυτούς, το τσαντίρι θα ήταν απλώς μια
πρόχειρη κατασκευή. Με αυτούς, γίνεται «επιτυχία».
Δεν μιλάμε για ανθρώπους που δεν ξέρουν. Το βλέπουν, το
ζουν, περνούν από εκεί. Ξέρουν ότι δεν έγινε έργο, ξέρουν ότι δεν λύθηκε
τίποτα. Κι όμως επιλέγουν να συμμετέχουν στο ψέμα. Να επιβραβεύσουν το
τσαντίρι, να το αναπαράγουν, να γίνουν κομπάρσοι σε μια κακόγουστη παράσταση
αυτοϊκανοποίησης. Η σημαία και η «Μακεδονία» λειτουργούν ως τέλειο άλλοθι.
Όποιος ασκήσει κριτική βαφτίζεται γκρινιάρης ή μηδενιστής, γιατί εδώ δεν
υπερασπίζονται έργο, υπερασπίζονται συναίσθημα.
Έτσι στήνεται ο φαύλος κύκλος. Το τσαντίρι ανεβαίνει, το
κοινό χειροκροτεί, η προχειρότητα επιβραβεύεται και επαναλαμβάνεται. Γιατί να
μπεις στη δύσκολη διαδικασία σοβαρών έργων, όταν ένα τσαντίρι και λίγα likes
αρκούν; Αυτό είναι το πραγματικό δράμα για τον τόπο. Όχι ένας δήμαρχος που
επενδύει στην εικόνα, αλλά μια κοινωνία που επιβραβεύει το τίποτα.
Το τσαντίρι, τελικά, δεν είναι απλώς σκηνικό. Είναι
καθρέφτης. Δείχνει το επίπεδο των απαιτήσεων και την παραίτηση από την έννοια
του σοβαρού δημόσιου έργου. Όσο υπάρχουν χειροκροτητές του τσαντιριού, θα
υπάρχουν και διοικήσεις που το στήνουν. Όχι γιατί μπορούν, αλλά γιατί τους
αφήνουμε.
