Μαργαρίτα Φράγκου
«Είναι σαν να ανοίγει ένας διακόπτης και ξαφνικά πεινάς ασταμάτητα». Με αυτά τα λόγια περιγράφει η Τάνια Χολ την εμπειρία της κάθε φορά που προσπαθεί να σταματήσει τις ενέσεις απώλειας βάρους. Τα λεγόμενα GLP-1 φάρμακα, που μιμούνται μια φυσική ορμόνη ρύθμισης της όρεξης, έχουν αλλάξει ριζικά τη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων. Όμως το μεγάλο ερώτημα παραμένει: τι γίνεται όταν τα διακόπτεις;
Οι ενέσεις απώλειας βάρους έχουν καταφέρει, για πολλούς, αυτό που οι δίαιτες δεν πέτυχαν ποτέ. H επίμονη εσωτερική παρόρμηση να φας ακόμη κι όταν δεν πεινάς, παύει. Το αποτέλεσμα είναι απώλεια βάρους, καλύτερη υγεία και, συχνά, μια εντελώς νέα σχέση με το σώμα και την καθημερινότητα. Όμως τα φάρμακα αυτά είναι σχετικά καινούργια και οι μακροχρόνιες συνέπειες της χρήσης τους δεν είναι ακόμη πλήρως γνωστές. Παράλληλα, για όσους τα πληρώνουν ιδιωτικά, το κόστος είναι σημαντικό.
Όπως αναφέρει σε ρεπορτάζ του το BBC, στο Ηνωμένο Βασίλειο εκτιμάται ότι περίπου 1,5 εκατομμύριο άνθρωποι λαμβάνουν GLP-1 ενέσεις ιδιωτικά. Και αργά ή γρήγορα, οι περισσότεροι έρχονται αντιμέτωποι με το ίδιο δίλημμα: να συνεχίσουν επ’ αόριστον ή να προσπαθήσουν να σταματήσουν;
Η Τάνια Χολ, στέλεχος πωλήσεων σε μεγάλη εταιρεία fitness, ξεκίνησε το Wegovy σχεδόν ως πείραμα. Ένιωθε ότι, λόγω βάρους, δεν την έπαιρναν στα σοβαρά στον επαγγελματικό της χώρο. Μετά την απώλεια βάρους, οι αντιδράσεις άλλαξαν: δεχόταν συγχαρητήρια, περισσότερο σεβασμός, διαφορετική αντιμετώπιση. Όμως η αρχή δεν ήταν εύκολη. Υπέφερε από αϋπνία, ναυτίες, πονοκεφάλους και έντονη τριχόπτωση, πιθανό αποτέλεσμα της γρήγορης απώλειας βάρους.
Μέσα σε 18 μήνες, έχασε περίπου 38 κιλά. Όμως κάθε φορά που προσπαθεί να διακόψει το φάρμακο, μέσα σε λίγες ημέρες, η όρεξη επιστρέφει με εκδικητική ένταση. «Τρώω τόσο πολύ που τρομάζω με τον εαυτό μου», λέει. Το δίλημμα είναι σκληρό: να συνεχίσει με τις παρενέργειες ή να ρισκάρει να ξανά παχύνει;
Ο γιατρός γενικής ιατρικής Χουσέιν Αλ-Ζουμπαϊντί περιγράφει τη διακοπή των GLP-1 ως «άλμα από γκρεμό». Σύμφωνα με τα έως τώρα δεδομένα, μέσα σε ένα έως τρία χρόνια μετά τη διακοπή, οι άνθρωποι ξαναπαίρνουν το 60% έως 80% του βάρους που έχασαν. «Ο θόρυβος του φαγητού μπορεί να επιστρέψει ακόμη και την επόμενη μέρα», σημειώνει.
Η ιστορία της Έλεν Όγκλεϊ είναι διαφορετική. Ξεκίνησε το Mounjaro σε μια κρίσιμη στιγμή: ήταν τόσο υπέρβαρη που χρειάστηκε να υπογράψει υπεύθυνη δήλωση ότι ενδέχεται να μην επιβιώσει από μια εγχείρηση. Περιγράφει τον εαυτό της ως υπερφαγού και προσθέτει πως τρώει όταν αισθάνεται έντονα συναισθήματα. Με τις ενέσεις, όμως, αυτό «έσβησε».
Η περίοδος χωρίς τον συνεχή καταναγκασμό του φαγητού τής έδωσε χώρο να ξαναχτίσει τη σχέση της με την τροφή. Ενημερώθηκε για τη διατροφή, άλλαξε συνήθειες και άρχισε να ασκείται. Έμεινε στο φάρμακο για 16 εβδομάδες και στη συνέχεια μείωσε σταδιακά τη δόση. Έχασε πάνω από 22 κιλά.
Όταν το διέκοψε εντελώς, είδε το βάρος να ανεβαίνει ελαφρά κάτι που, όπως λέει, την αποσυντόνισε ψυχολογικά. Παρ’ όλα αυτά, με τη στήριξη που είχε και τις αλλαγές που είχε ήδη κάνει, κατάφερε όχι μόνο να σταθεροποιηθεί, αλλά να συνεχίσει να χάνει βάρος. Σήμερα έχει χάσει πάνω από 51 κιλά συνολικά.
Ο γιατρός Αλ-Ζουμπαϊντί τονίζει ότι το «κλειδί» είναι η στρατηγική εξόδου. Το βρετανικό σύστημα υγείας προτείνει τουλάχιστον έναν χρόνο υποστήριξης μετά τη διακοπή, με εξατομικευμένα πλάνα. Ωστόσο, για όσους πληρώνουν ιδιωτικά, αυτή η υποστήριξη δεν είναι πάντα δεδομένη.
Οι ιστορίες της Τάνια και της Έλεν δείχνουν ότι δεν υπάρχει μία κοινή εμπειρία. Παράγοντες όπως ο τρόπος ζωής, το περιβάλλον, η ψυχολογική υποστήριξη και το timing παίζουν καθοριστικό ρόλο. Για κάποιους, η παραμονή στο φάρμακο μοιάζει μονόδρομος. Για άλλους, μπορεί να λειτουργήσει ως μεταβατικό εργαλείο.
Όπως λέει ο Αλ-Ζουμπαϊντί, «παχυσαρκία δεν σημαίνει έλλειψη GLP-1». Χωρίς αλλαγές στο περιβάλλον και στη σχέση μας με το φαγητό, η διακοπή των ενέσεων παραμένει ένα στοίχημα με αβέβαιο αποτέλεσμα.
