Παύλος Νεράντζης / Μαρία Καρυστιανού: Όταν το πένθος διεκδικεί πολιτικό λόγο


Παύλος Νεράντζης

Η συζήτηση για το αν η Μαρία Καρυστιανού «δικαιούται» ή «πρέπει» να προχωρήσει στη δημιουργία πολιτικού φορέα, είναι ενδεικτική ενός διλήμματος, που δεν αφορά μόνο ένα πρόσωπο.

 

Η ίδια, άλλωστε, το έχει αποφασίσει.

 

Και το δήλωσε επιτέλους ρητά, έστω με ανορθόδοξο τρόπο, σε μια τηλεοπτική της συνέντευξη, προκαλώντας αυτή τη φορά όχι μόνο την αντίδραση συγγενών άλλων μελών του Συλλόγου Θυμάτων των Τεμπών, αλλά και κομμάτων, που εύλογα ανησυχούν από τα υψηλά δημοσκοπικά ποσοστά που συγκεντρώνει η «μάνα των Τεμπών».

 

Στην πραγματικότητα η συζήτηση για τη δημιουργία ενός πολιτικού φορέα από την Καρυστιανού αφορά στο πώς μια κοινωνία διαχειρίζεται το πένθος, τη μνήμη και τη διεκδίκηση δικαιοσύνης, όταν το κράτος αποτυγχάνει.

 

Η τραγωδία των Τεμπών δεν οφείλεται μόνο σε ανθρώπινο λάθος. Ήταν το αποτέλεσμα διαχρονικών πολιτικών επιλογών, διοικητικής ανεπάρκειας, παραβλέψεων και μιας κουλτούρας συγκάλυψης και ατιμωρησίας.

 

Είναι συνεπώς έγκλημα.

 

Υπό αυτή την έννοια, όσοι υποστηρίζουν ότι «η πολιτική δεν έχει θέση εδώ» παραβλέπουν μια κρίσιμη αλήθεια: η αιτία ήταν πολιτική.

 

Άρα και η απάντηση δεν μπορεί να περιοριστεί αποκλειστικά στις αίθουσες των δικαστηρίων. Πόσο μάλλον που η δικαιοσύνη, όπως έχει φανεί σε πάμπολλες περιπτώσεις, χειραγωγείται από την κυβέρνηση Μητσοτάκη.

 

Αυτό, το αίτημα, δηλαδή, για απόδοση δικαιοσύνης, για μια ριζική αλλαγή του πολιτικού συστήματος κόντρα στη διαφθορά, τη διαπλοκή, την εξυπηρέτηση συμφερόντων των λίγων και ό,τι μαστίζει την ελληνική κοινωνία, αποτυπώθηκε -και αποτυπώνεται πλέον- ξεκάθαρα στις διαδηλώσεις εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων, στις κινητοποιήσεις εργαζομένων, των αγροτών, στις δημοσκοπήσεις.

 

Από την άλλη πλευρά, οι επιφυλάξεις και η κριτική που ασκείται για τη δημιουργία ενός κόμματος, κινήματος, όπως θέλουμε να το ονομάσουμε, δεν είναι αβάσιμες.

 

Το πένθος δεν παράγει ιδεολογία, ούτε πολιτική. Δεν είναι πρόγραμμα.

 

Όταν ένα συλλογικό τραύμα μετατρέπεται σε πολιτικό κεφάλαιο, η ηθική αίγλη που συσπείρωνε τους συγγενείς και μαζί με αυτούς τον κόσμο, εκ των πραγμάτων υποχωρεί.

 

Όχι τόσο γιατί, όπως συμβαίνει σήμερα, η ηθική δεν έχει θέση στην άσκηση της πολιτικής, αλλά γιατί εκ των πραγμάτων αυτό το πολιτικό κεφάλαιο, ο φορέας που επιχειρεί να δημιουργήσει η Μαρία Καρυστιανού δεν (μπορεί να) είναι το αποτέλεσμα παρθενογένεσης.

 

Δεν μπορεί να δημιουργηθεί εκ του μηδενός. Δεν αρκούν τα συνθήματα περί άφθαρτων και σοφών, ούτε οι δηλώσεις καλών προθέσεων.

 

Εκτός κι αν θεωρεί κάποιος/-α ότι βρισκόμαστε σε προεπαναστατική περίοδο για να πέσει ο καπιταλισμός.

 

Διαφορετικά ο,τιδήποτε «αντισυστημικό» λέγεται, και μάλιστα από ανθρώπους που δεν είναι «μπασμένοι» στην πολιτική, ή από άλλους «παρατρεχάμενους» και καιροσκόπους, μπορεί να ικανοποιεί το θυμικό, να «γλείφει αυτιά», αλλά υποδηλώνει άγνοια και ρέπει στον λαϊκισμό.

 

Στον λόγο, δηλαδή, της ακροδεξιάς, που «τσουβαλιάζει» τους πάντες, αριστερούς και δεξιούς, που υποστηρίζει ότι «όλοι το ίδιο είναι» για να εισπράξει η ίδια τη λαϊκή δυσαρέσκεια.

 

Δεν υπαινίσσομαι βεβαίως ότι η «μάνα των Τεμπών» θα κινηθεί στον χώρο της ακροδεξιάς. Ούτε, όμως, και το αποκλείω.

 

Και συντάσσομαι με όσους της άσκησαν κριτική, όχι τόσο γιατί την αντιμετωπίζουν ως απειλή, αλλά γιατί έδειξε άγνοια και αμετροέπεια.

 

Πρώτον, όταν χαρακτήρισε το «μνημόνιο Τσίπρα» ως το χειρότερο τη στιγμή που τα δύο προηγούμενα ήταν περισσότερο επώδυνα.

 

Δεύτερον όταν «τσουβάλιασε» όλους τους πολιτικούς, χωρίς να κάνει καμία αναφορά στον κατεξοχήν υπαίτιο του εγκλήματος των Τεμπών, δηλαδή στην κυβέρνηση Μητσοτάκη και ξεχνώντας κάτι που γνωρίζω πολύ καλά.

 

Ήταν η ευρωομάδα του ΣΥΡΙΖΑ  και ιδιαίτερα ο Κώστας Αρβανίτης που τη στήριξε πολιτικά και της έδωσε βήμα στο Ευρωκοινοβούλιο για την ανάδειξη μιας υπόθεσης που δεν αφορά μόνο στα Τέμπη, αλλά τη συρρίκνωση του Κράτους Δικαίου στην Ελλάδα.

 

Και τρίτον, όταν μόνη της η Καρυστιανού, χωρίς προηγουμένως να έχει συζητήσει με άλλους συγγενείς θυμάτων για τις προθέσεις της και δίχως να παραιτηθεί από τη θέση της προέδρου του Συλλόγου Θυμάτων των Τεμπών, κάνει ένα βήμα μπροστά.

 

Ένα βήμα, ωστόσο, που ενδέχεται να βλάψει την υπόθεση όλων των συγγενών.

 

Το ερώτημα δεν είναι αν μια χαροκαμένη μάνα, μια μητέρα που έχασε το παιδί της μπορεί να πολιτευτεί. Αυτό είναι αυτονόητο.

 

Και αναγνωρίζω, σέβομαι την ψυχική της δύναμη που «τάβαλε με τα θεριά».

 

Το ερώτημα είναι «πού το πάει;». Θα εμφανιστεί ως ένας (μία) ακόμη σωτήρας, όπως ο Κασελάκης, η Κωνσταντοπούλου, ή ο Βελόπουλος, που «ψαρεύουν σε θολά νερά»;

Η διεθνής εμπειρία

 

Η διεθνής εμπειρία επί αυτού είναι διδακτική.

 

Οι «Μητέρες», όπως και οι «Γιαγιάδες της Πλάσα ντε Μάγιο» στην Αργεντινή άλλαξαν την ιστορία στη χώρα τους όχι διεκδικώντας την εξουσία, αλλά επιμένοντας στη μνήμη.

 

Το 2009, όταν στο Μπουένος Άϊρες για τις ανάγκες ενός ντοκιμαντέρ για τους έλληνες αγνοούμενους που είχαν δολοφονηθεί από την χούντα του Βιντέλα, είχα πάρει μια συνέντευξη από την πρόεδρό τους, την Εστέλλα Μπάρνες ντε Καρλόττο, μου είχε υπογραμμίσει ακριβώς αυτό.

 

Από τα τέλη της δεκαετίας του ΄70, οπότε και συστήθηκαν ως οργάνωση, σκοπός τους ήταν και παραμένει να βρουν «τα εγγόνια, αλλά και την αλήθεια. Να αποδοθεί  δικαιοσύνη για τους γονείς τους, για τα παιδιά μας. Και σε αυτό πετύχαμε».

 

Όταν μέρος του κινήματος επιχείρησε να μετατραπεί σε πολιτικό φορέα, το ίδιο το κίνημα προς στιγμή διχάστηκε.

 

Στην Ιταλία, όταν μίλησα με την Άϊντι Τζουλιάνι, μητέρα του Κάρλο, που είχε χάσει τη ζωή του στα γεγονότα της Τζένοβα το 2001, αν και η ίδια ήταν ήδη γνωστή για την πολιτική της δράση, δεν είχε ακόμη αποφασίσει να θέσει υποψηφιότητα με κάποιο πολιτικό κόμμα.

 

Το έκανε αργότερα, το 2006, οπότε και μπήκε στην ιταλική Γερουσία μετά την παραίτηση ενός συνυποψηφίου της.

 

Στόχος της ήταν η δημιουργία μιας επιτροπής που θα διερευνούσε «τις συνθήκες θανάτου του γιού της, αλλά και ό,τι συνέβη εκείνες τις τραγικές μέρες στη διάρκεια της Συνόδου Κορυφής των G8. Είναι ζήτημα δημοκρατίας. Η αλήθεια πρέπει να λάμψει» είχε δηλώσει.

 

Στην Ιταλία, συγγενείς θυμάτων της μαφίας που μπήκαν στην πολιτική ως πολίτες άντεξαν. Όσοι μπήκαν ως «εκπρόσωποι των νεκρών», πολιτικά εξαφανίστηκαν.

 

Στην Ισπανία, το 2004, οι βομβιστικές επιθέσεις τζιχαντιστών σε προαστιακούς συρμούς που κατευθύνονταν προς τον σταθμό Atocha (191 νεκροί, πάνω από 2000 τραυματίες), τρεις μόλις μέρες πριν τις βουλευτικές εκλογές, και ο τρόπος που διαχειρίστηκε το θέμα η τότε κυβέρνηση Αθνάρ, είχε ως συνέπεια να χάσει τις εκλογές η δεξιά και να κερδίσουν οι σοσιαλιστές (PSOE) με τον Θαπατέρο.

 

Η Atocha είναι κλασικό παράδειγμα όπου ένα τρομοκρατικό έγκλημα άλλαξε άμεσα την πολιτική εξουσία, όχι μόνο λόγω της τραγωδίας, αλλά λόγω του τρόπου που η κυβέρνηση διαχειρίστηκε την αλήθεια.

 

Το συμπέρασμα είναι απλό και σκληρό. Η μνήμη είναι δύναμη, αλλά είναι εύθραυστη. Και η πολιτική, όπως ασκείται, έχει την τάση να αφομοιώνει, να φθείρει και τελικά να εξουδετερώνει ό,τι δεν μπορεί να ελέγξει.

Τα όρια του «κόμματος Καρυστιανού»

 

Η κοινωνική στήριξη προς τη Μαρία Καρυστιανού δεν πηγάζει από κάποιο πρόγραμμα. Πηγάζει από την αίσθηση ότι «κάποιος επιτέλους δεν συμβιβάζεται».

 

Αυτό όμως είναι ταυτόχρονα και το όριό της.

 

Αν η άρνηση συμβιβασμού μετατραπεί σε προσωποκεντρική πολιτική πρόταση, τότε το σύστημα που καταγγέλλεται, θα έχει πετύχει τον στόχο του.

 

Θα έχει μετατρέψει τη ρήξη σε ακόμη έναν παίκτη.

 

Αλλά κι αν ακόμη υποθέσουμε ότι η πολιτική πρόταση, ή οι πολιτικές προτάσεις για επιμέρους θέματα (δικαιοσύνη, ακρίβεια, στεγαστικό, παιδεία, κλπ.) θα είναι απόρροια μιας «επιτροπής σοφών», το εν δυνάμει κοινό στο οποίο απευθύνεται, είναι ετερογενές, από την αριστερά έως την ακροδεξιά, όπως δείχνουν οι δημοσκοπήσεις.

 

Ο μοναδικός κρίκος που συνδέει όλους/ες αυτούς/ές είναι προφανώς η Καρυστιανού και η δυσαρέσκεια απέναντι στην κυβέρνηση Μητσοτάκη, απέναντι στην πολυδιάσπαση της Κεντροαριστεράς και της Αριστεράς.

 

Αν αυτό είναι αρκετό για να πετύχει το εγχείρημα, ο καθένας μπορεί να το κρίνει. Το μέλλον θα δείξει.

 

Όπως και νάχει, όμως, στην πολιτική αρένα η είσοδος ανθρώπων, που φέρουν ένα ηθικό βάρος και αναδεικνύονται σε δημόσια πρόσωπα σε σύντομο χρονικό διάστημα, είναι εξαιρετικά δύσκολη.

 

Απαιτεί όρους και εμπειρία ώστε οι παρεμβάσεις να μην είναι μονοθεματικές, αλλά και συλλογικότητα στη λήψη αποφάσεων. Οι καταγγελίες από μόνες τους δεν αρκούν στη διατύπωση προτάσεων για να βγει η χώρα από την πολύπλευρη κρίση.

 

Για να το πω διαφορετικά: το πραγματικό δίλημμα δεν είναι αν «πρέπει» να αλλάξει το σύστημα. Να φύγουν οι διεφθαρμένοι, να τιμωρηθούν οι ένοχοι.

 

Το ερώτημα είναι αν ένας σωτήρας μπορεί να αλλάξει το σύστημα χωρίς πρώτα να αλλάξει τον τρόπο που μετατρέπει την οργή σε πολιτική πρόταση, σε πολιτική δράση.

 

Αν αυτό δεν γίνει, τότε η οργή αργά ή γρήγορα θα ξεφουσκώσει.

 

Και το αίτημα για αλλαγή θα χαθεί μέσα σε κάτι απολύτως γνώριμο: έναν ακόμη κύκλο πολιτικής φθοράς που θα αφήσει το σύστημα ανέγγιχτο.

 

    Ο Παύλος Νεράντζης είναι δημοσιογράφος και παραγωγός ντοκιμαντέρ, διδάκτωρ του Τμήματος Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ του ΑΠΘ και συγγραφέας του βιβλίου «Η Αλήθεια βομβαρδίζεται. Τα ΜΜΕ και ο Πόλεμος με το βλέμμα ενός πολεμικού ανταποκριτή. Από τον 19ο έως τον 21ο αιώνα», εκδ. Παπαζήση.

 

 

 

 

 

Δημοσίευση σχολίου

Νεότερη Παλαιότερη