Μόνικα Αρτινού
Ο Τραμπ τους έχει μπερδέψει και η Ιταλία είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η Τζόρτζια Μελόνι χαρακτήρισε την εισβολή στη Βενεζουέλα «νόμιμη». Αντίθετα, ο Ματέο Σαλβίνι, ο επικεφαλής της ακροδεξιάς Λίγκα στην ιταλική κυβέρνηση, καταδίκασε την επέμβαση, υποστηρίζοντας ότι η διπλωματία είναι ο κύριος δρόμος για την επίλυση διαφορών.
Ο Σαλβίνι μάλιστα συντάχθηκε με τη Μαρίν Λε Πεν. H επικεφαλής της γαλλικής ακροδεξιάς, έχει υιοθετήσει μια πιο κριτική στάση απέναντι στο στρατόπεδο Τραμπ, που προτιμά φιγούρες ακόμη πιο ακροδεξιές.
Η αιφνίδια αμερικανική στρατιωτική επιχείρηση και η απαγωγή του προέδρου της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, προκάλεσε μια αλυσίδα αντιδράσεων στην ευρωπαϊκή ακροδεξιά, αποκαλύπτοντας τις ιδεολογικές της αντιφάσεις και τις διαφορετικές στρατηγικές που ακολουθούν οι ηγέτες της.
Πολλά από αυτά τα κόμματα έχουν ιστορικό καταγγελίας της αμερικανικής επιρροής στην ευρωπαϊκή πολιτική, ενώ ταυτόχρονα διατηρούν πολιτικές ή ιδεολογικές σχέσεις με το κίνημα MAGA και τον Ντόναλντ Τραμπ, όταν αυτός είχε προτάξει την αποφυγή ξένων στρατιωτικών επεμβάσεων. Πώς να αντιδράσουν, τώρα που κάνει τα ακριβώς αντίθετα;
Η πρώτη έντονη αντίδραση καταγράφηκε στην Ουγγαρία, όπου ο πρωθυπουργός Βίκτορ Όρμπαν υιοθέτησε μια ασυνήθιστα προσεκτική στάση. Ενώ συνήθως εκφράζει απεριόριστο θαυμασμό για τον Αμερικανό πρόεδρο, ο κ. Όρμπαν απλώς δήλωσε ότι η αμερικανική βούληση να καταλάβει τον πετρελαϊκό τομέα της Βενεζουέλας «θα μπορούσε να οδηγήσει σε πτώση της τιμής του πετρελαίου», χωρίς όμως να εκφράσει σαφώς τη γνώμη του.
Η Ουγγαρία ήταν το μόνο κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης που αρνήθηκε να υπογράψει το κοινό ευρωπαϊκό ανακοινωθέν. Αλλά ο κ. Όρμπαν υποβάθμισε ακόμη και αυτή την αποχή, αποδίδοντάς την στη συστηματική αποχή του από οποιαδήποτε κοινή εξωτερική πολιτική.
Στο Ηνωμένο Βασίλειο, ο Νάιτζελ Φάρατζ, επικεφαλής του Reform UK, χαρακτήρισε την αμερικανική επιχείρηση «μη ορθόδοξη και αντίθετη προς το διεθνές δίκαιο». Ωστόσο, άφησε περιθώριο κατανόησης, λέγοντας πως ενδέχεται να λειτουργήσει αποτρεπτικά για τη Ρωσία και την Κίνα.
Στη Γερμανία, ο Μάρκους Φρονμάιερ, κορυφαίο στέλεχος της AfD, καταδίκασε την ενέργεια ως «προσβολή της κυριαρχίας άλλων κρατών», κάνοντας επίκληση στην αρχή της μη ανάμειξης.
Στη συνέχεια, όμως, αποδυνάμωσε τη θέση του δηλώνοντας ότι η εξέταση του ζητήματος υπό το πρίσμα του διεθνούς δικαίου είναι «δευτερεύουσα».
Στην Ισπανία, το Vox αποτελεί ίσως την πιο ξεκάθαρη περίπτωση υποστήριξης της αμερικανικής ενέργειας. Με στενούς δεσμούς με τη βενεζουελάνικη αντιπολίτευση στη Μαδρίτη, το κόμμα εξέφρασε «χαρά και υποστήριξη» για την αμερικανική πρωτοβουλία, θεωρώντας την ως ευκαιρία για «αποκατάσταση της δημοκρατίας στη Βενεζουέλα».
Στη Σλοβακία, ο εθνικιστής πρωθυπουργός Ρόμπερτ Φίτσο καταδίκασε την ενέργεια ως «διατάραξη του διεθνούς δικαίου». Κάλεσε, μάλιστα, την ΕΕ να αναπτύξει δική της εξωτερική πολιτική ώστε να απεξαρτηθεί από τις ΗΠΑ, ενώ παράλληλα κατήγγειλε την «αντιρωσική υστερία» στους ευρωπαϊκούς θεσμούς.
Τέλος, η περίπτωση της Γροιλανδίας τους βάζει σε δυσκολότερη θέση. Όταν ρωτήθηκε για το θέμα αυτό, ο κ. Όρμπαν παρέπεμψε το θέμα σε «εσωτερικές συζητήσεις στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ», χωρίς να εκφράσει άποψη για τις δηλώσεις Τραμπ.
