Ευρωπαϊκή αμυντική επιτάχυνση / «Θολώνει» τα όρια του ελέγχου στις εξαγωγές όπλων


Η ενίσχυση της ευρωπαϊκής άμυνας, που κυριαρχεί στην ατζέντα της Διάσκεψης Ασφαλείας του Μονάχου 2026 (13-15/2), φέρνει στο προσκήνιο όχι μόνο τη στρατηγική αυτονομία της ΕΕ αλλά και τις αδυναμίες του υφιστάμενου πλαισίου ελέγχου των εξαγωγών οπλικών συστημάτων, όπως αναφέρει ρεπορτάζ του Euronews.

 

Την ώρα που οι Βρυξέλλες επιδιώκουν να αυξήσουν τις αμυντικές δαπάνες, να στηρίξουν την ευρωπαϊκή βιομηχανία και να περιορίσουν την εξάρτηση από τις ΗΠΑ, αναδύονται ρωγμές σε ένα σύστημα που, παρά τους αυστηρούς κανόνες, αφήνει περιθώρια για διοχέτευση όπλων σε αμφιλεγόμενους προορισμούς.

 

Η ΕΕ έχει θέσει φιλόδοξους στόχους: έως το 2030, τουλάχιστον το 50% των αμυντικών προμηθειών να προέρχεται από ευρωπαϊκές εταιρείες και το 35% της αγοράς να αφορά ενδοευρωπαϊκό εμπόριο.

 

Μέσω πρωτοβουλιών όπως το EDIS και το πακέτο DefenceReadinessOmnibus 2025, επιχειρεί να απλοποιήσει τις κοινές παραγωγές, να επιταχύνει τις αδειοδοτήσεις και να αυξήσει την παραγωγή πυρομαχικών και προηγμένων συστημάτων, ιδίως στο πλαίσιο της στήριξης προς την Ουκρανία.

 

Ωστόσο, ο έλεγχος των εξαγωγών παραμένει σε μεγάλο βαθμό εθνική αρμοδιότητα. Βάσει του άρθρου 346 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της ΕΕ, κάθε κράτος-μέλος αποφασίζει αυτόνομα για τις άδειες εξαγωγής.

 

Η Κοινή Θέση 2008/944/ΚΕΠΠΑ θέτει οκτώ κριτήρια – μεταξύ άλλων για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τον κίνδυνο αποσταθεροποίησης – όμως η εφαρμογή τους δεν είναι ομοιόμορφη. Η ομάδα COARM διευκολύνει την ανταλλαγή πληροφοριών και εκδίδει ειδοποιήσεις άρνησης, χωρίς όμως να έχει εξουσία να μπλοκάρει εθνικές αποφάσεις.

 

Αυτή η αποκέντρωση δημιουργεί «παραθυράκια». Εξοπλισμός μπορεί να διακινείται εντός της ΕΕ με χαλαρότερους ελέγχους και κατόπιν να εξάγεται σε τρίτες χώρες με πιο ελαστικά κριτήρια.

 

Όπως επισημαίνει ο Φρανκ Σλάιπερ από την ολλανδική οργάνωση PAX, «Νομίζω ότι εδώ βλέπουμε τη διάβρωση των [ευρωπαϊκών] κανόνων που θεσπίστηκαν ήδη πριν από 20, 30 χρόνια. Τώρα, λόγω των γεωπολιτικών πιέσεων, αυτοί οι κανόνες δέχονται πίεση».

 

Η εμπειρία του πολέμου στην Υεμένη, όπου ευρωπαϊκά όπλα που είχαν εξαχθεί στη Σαουδική Αραβία και τα ΗΑΕ χρησιμοποιήθηκαν ευρέως, ανέδειξε τα όρια του συστήματος.

 

«Δεν είναι μυστικό ότι το πετρέλαιο είναι ένας από τους βασικούς μοχλούς πίσω από το εμπόριο όπλων», σημειώνει ο Σλάιπερ, εξηγώντας ότι τα ενεργειακά και γεωπολιτικά συμφέροντα συχνά υπερισχύουν των ανθρωπιστικών κριτηρίων.

 

Αδύναμος κρίκος παραμένει και η παρακολούθηση μετά την παράδοση. Ακόμη και όταν προκύπτουν παραβιάσεις, οι συνέπειες είναι συνήθως περιορισμένες και δεν διαταράσσουν ουσιαστικά τις διμερείς σχέσεις.

 

Η COARM μπορεί να καταγράφει και να ειδοποιεί, αλλά χωρίς δεσμευτικό μηχανισμό επιβολής, οι εθνικές κυβερνήσεις διατηρούν τον τελικό λόγο – συχνά με γνώμονα βιομηχανικά και στρατηγικά συμφέροντα.

 

Ο πόλεμος στην Ουκρανία επιτάχυνε περαιτέρω τις πιέσεις. Η ανάγκη για γρήγορη παραγωγή και αποστολή εξοπλισμού οδήγησε σε πιο «ευέλικτες» ερμηνείες των κανόνων.

 

«Ό,τι αφορά τον έλεγχο των εξαγωγών όπλων έχει βρεθεί υπό τεράστια πίεση, επειδή η Ευρωπαϊκή Ένωση θέλει να ενισχύσει τη δική της αμυντική βιομηχανία, και τότε οι υπερβολικά αυστηροί κανόνες θεωρείται ότι εμποδίζουν την πρόοδο», αναφέρει ο Σλάιπερ.

 

Το DefenceReadinessOmnibus επιχειρεί να διευκολύνει τις μεταφορές εντός της ενιαίας αγοράς, όμως εγείρονται ανησυχίες για νέο νομικό κενό: όταν ένα σύστημα κατασκευάζεται σε πολλές χώρες, ο έλεγχος βαραίνει κυρίως το κράτος της τελικής συναρμολόγησης, αφήνοντας τις χώρες-προμηθευτές εξαρτημάτων εκτός αυστηρού ελέγχου. Έτσι, ενδέχεται να παρακάμπτονται πιο αυστηρά εθνικά πλαίσια.

 

Παράλληλα, η επιρροή της αμυντικής βιομηχανίας στις πολιτικές αποφάσεις είναι έντονη. «Είναι σαφές ότι η βιομηχανία όπλων έχει συμφέρον να αναπτυχθεί και να αποκομίσει κέρδη, αλλά ταυτόχρονα είναι οι Ευρωπαίοι πολιτικοί που στηρίζουν αυτή την ανάπτυξη…οι φωνές της βιομηχανίας είναι τόσο πιο δυνατές από εκείνες της κοινωνίας των πολιτών, ώστε οι ανησυχίες για τα ανθρώπινα δικαιώματα επισκιάζονται, δυστυχώς», επισημαίνει ο Σλάιπερ.

 

Οι ειδικοί προτείνουν μεταρρυθμίσεις: μετατροπή των κατευθυντήριων γραμμών σε δεσμευτικό πλαίσιο, ενίσχυση της COARM με αρμοδιότητες επιβολής, αυστηρότερους ελέγχους στις ενδοευρωπαϊκές μεταφορές και ουσιαστικότερη παρακολούθηση μετά την παράδοση, με πραγματικές κυρώσεις.

 

Η μεγαλύτερη διαφάνεια – με αναλυτικά στοιχεία για άδειες, τελικούς χρήστες και απορρίψεις – θεωρείται κρίσιμη για την ενίσχυση της λογοδοσίας.

 

Ο ίδιος ο Σλάιπερ προτείνει μια πιο ριζική επιλογή: «Αν δυσκολεύεστε να [χτίσετε βιομηχανική ικανότητα για την Ευρώπη], τότε τουλάχιστον φροντίστε να μην εξάγετε εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης. Χρειαζόμαστε όλη τη βιομηχανική ισχύ για την ίδια την Ευρώπη, ώστε να αναπληρώσει τα όπλα που έχουμε στείλει στην Ουκρανία αλλά και για να γίνει πολύ πιο ανεξάρτητη από τις Ηνωμένες Πολιτείες».

 

Στην παρούσα συγκυρία, η ευρωπαϊκή αμυντική ανασυγκρότηση αναδεικνύει ένα διπλό στοίχημα: πώς θα ενισχυθεί η στρατηγική αυτονομία χωρίς να διαβρωθούν οι θεμελιώδεις κανόνες που συνδέουν την ευρωπαϊκή πολιτική ασφάλειας με τον σεβασμό του διεθνούς δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

 

 

 

Δημοσίευση σχολίου

Νεότερη Παλαιότερη