Αρχεία Έπσταϊν / Κακοποίηση ανηλίκων, βιασμοί, όργια – Ισχυρά ονόματα και ο Τραμπ στο επίκεντρο


Μαριάνθη Πελεβάνη

Στα αρχεία που έδωσε στη δημοσιότητα το Υπουργείο Δικαιοσύνης των Ηνωμένων Πολιτειών την Παρασκευή (30/1) περιλαμβάνονται καταγγελίες που εμπλέκουν ευθέως τον Ντόναλντ Τραμπ σε πράξεις σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων, στο πλαίσιο του δικτύου του Τζέφρι Έπσταϊν.

 

Οι αναφορές αυτές προέρχονται από καταθέσεις προς το FBI και περιγράφουν βιασμούς κοριτσιών ανήλικων ή μικρής ηλικίας, παρουσία τρίτων προσώπων, μεταξύ των οποίων αναφέρεται και η πρώην σύντροφος και συνεργάτιδα του Έπσταϊν, Γκισλέιν Μάξγουελ. Τα έγγραφα δεν συνοδεύονται από συμπεράσματα των Αρχών ούτε από ενημέρωση για το αν και πώς οι συγκεκριμένες καταγγελίες διερευνήθηκαν.

 

«Τα αρχεία Επσταιν περιέχουν εικόνες σεξουαλικής κακοποίησης και παιδικής πορνογραφίας, εικόνες θανάτου, τραυματισμού και σωματικής κακοποίησης. Έχουμε αποκλείσει αυτές τις εικόνες για να μην θέσουμε την έρευνα σε κίνδυνο» είπε ο Τοντ Μπλανς, αναπληρωτής Γενικός Εισαγγελέας των ΗΠΑ.

 

Το ίδιο το Υπουργείο Δικαιοσύνης επισημαίνει ότι το υλικό που δημοσιοποιήθηκε περιλαμβάνει τόσο επαληθευμένα έγγραφα όσο και μη επιβεβαιωμένους ισχυρισμούς πολιτών.

 

Όταν ρωτήθηκαν για τις νέες καταγγελίες, τόσο ο Λευκός Οίκος όσο και το υπουργείο Δικαιοσύνης παρέπεμψαν σε ανακοίνωση που συνόδευε τη δημοσιοποίηση των αρχείων.

 

«Ορισμένα από τα έγγραφα περιέχουν αναληθείς και εντυπωσιοθηρικούς ισχυρισμούς κατά του προέδρου Τραμπ, οι οποίοι υποβλήθηκαν στο FBI λίγο πριν από τις εκλογές του 2020», ανέφερε το υπουργείο Δικαιοσύνης.

 

«Για να είμαστε σαφείς, οι ισχυρισμοί αυτοί είναι αβάσιμοι και ψευδείς και, αν είχαν έστω και την παραμικρή αξιοπιστία, θα είχαν ήδη χρησιμοποιηθεί ως όπλο κατά του προέδρου Τραμπ».

 

Η επισήμανση αυτή λειτουργεί ως θεσμική προφύλαξη. Δεν αναιρεί, ωστόσο, το γεγονός ότι η ψευδής καταγγελία προς το FBI αποτελεί σοβαρό ποινικό αδίκημα και ότι οι καταγγέλλοντες είναι, καταρχήν, ταυτοποιήσιμοι. Επομένως, η εύκολη απόρριψη του συνόλου του υλικού ως «παραλήρημα» δεν συνιστά ανάλυση, αλλά πολιτική στάση.

Επαναλαμβανόμενα μοτίβα κακοποίησης ανηλίκων

 

Το στοιχείο που καθιστά τα αρχεία ιδιαίτερα νοσηρά δεν είναι μία μεμονωμένη μαρτυρία, αλλά η επανεμφάνιση συγκεκριμένων μοτίβων. Σε διαφορετικές καταθέσεις, από διαφορετικά πρόσωπα και χρονικές περιόδους, επανέρχονται αναφορές σε ακραία κακοποίηση ανηλίκων και, σε ορισμένες περιπτώσεις, σε δολοφονίες κοριτσιών στην εφηβεία ή και την προεφηβεία. Οι καταγγελίες αυτές άλλοτε αφορούν τις ίδιες τις καταγγέλλουσες και άλλοτε τρίτα πρόσωπα. Κάποιες είναι μαρτυρίες από πρώτο χέρι κι άλλες από μεταφορά. Το κοινό τους σημείο είναι η σύγκλιση των καταγγελιών.

 

Ενδεικτικά μια καταγγελία αναφέρει: «Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ διοργάνωνε πάρτι στο Μαρ- α- λάγκο που ονομάζονταν “κορίτσια ημερολογίου”. Ο Τζέφρι Έπσταϊν έφερνε τα παιδιά και ο Τραμπ τα έβγαζε σε πλειστηριασμό». Στη συνέχεια περιγράφει πώς μετρούσε το αιδοίο και τον κόλπο των παιδιών. «…και βαθμολογούσε τα παιδιά με βάση το πόσο σφιχτά ήταν. Οι καλεσμένοι ήταν μεγαλύτεροι άνδρες, μεταξύ των οποίων ο Έλον Μασκ, ο Ντον Τζούνιορ Τραμπ, η Ιβάνκα Τραμπ και ο Έρικ Τραμπ ήταν εκεί. Ο δικηγόρος Άλαν Ντέρσοβιτς ήταν επίσης εκεί με τον δικηγόρο Μπομπ Σαπίρο. Μας πήγαν σε δωμάτια, μας ανάγκασαν να κάνουμε στοματικό σεξ στον Ντόναλντ Τραμπ. Μας ανάγκασαν να τους επιτρέψουμε να διεισδύσουν. Ήμουν 13 ετών όταν με βίασε ο Ντόναλντ Τραμπ. Η Γκισλέιν Μάξγουελ ήταν επίσης παρούσα».

 

Το όνομα του Ντόναλντ Τραμπ εμφανίζεται χιλιάδες φορές στα έγγραφα: σε ιδιωτική αλληλογραφία του Έπσταϊν, σε αποκόμματα ειδήσεων, σε σχολιασμούς τρίτων, αλλά και σε καταγγελίες. Υπάρχουν τόσες πολλές καταγγελίες που υποστηρίζουν τρομακτικά πράγματα που ταιριάζουν με τους εξίσου τρομακτικούς ισχυρισμούς που διατύπωσαν κυριολεκτικά δεκάδες γυναίκες εναντίον του Τραμπ.

 

Η αναφορά ενός ονόματος δεν ισοδυναμεί με ενοχή, ωστόσο, η πυκνότητα και η φύση ορισμένων αναφορών καθιστούν προβληματική την προσπάθεια να παρουσιαστούν όλες ως «τηλεφωνήματα παλαβών», όπως επιχειρείται από πολιτικούς και επικοινωνιακούς μηχανισμούς που στηρίζουν τον Τραμπ.

 

Τα έγγραφα σκιαγραφούν παράλληλα ένα εκτεταμένο δίκτυο σχέσεων του Τζέφρι Έπσταϊν με ισχυρά πρόσωπα της πολιτικής, της οικονομίας και της διεθνούς ελίτ. Ονόματα όπως του Έλον Μασκ, του Μπιλ Γκέιτς και μελών βασιλικών οικογενειών εμφανίζονται στην αλληλογραφία του, άλλοτε σε πρακτικό επίπεδο και άλλοτε μέσα από μη τεκμηριωμένες αναφορές. Πολλοί από τους κατονομαζόμενους έχουν αρνηθεί κατηγορηματικά οποιαδήποτε εμπλοκή σε εγκληματικές πράξεις, και τα ίδια τα αρχεία δεν αποδεικνύουν παράνομη δράση για όλους.

 

Το «σκοτεινό» νησί του Έπσταϊν

 

Ιδιαίτερη θέση στο υλικό καταλαμβάνει το ιδιωτικό νησί του Έπσταϊν στην Καραϊβική, το οποίο επανέρχεται διαρκώς ως τόπος επισκέψεων, μετακινήσεων και συναντήσεων. Αν και η απλή παρουσία σε έναν χώρο δεν συνιστά απόδειξη εγκλήματος, οι καταγγελίες που συνδέονται με το νησί περιγράφουν ένα περιβάλλον πλήρους ανομίας.

 

Τα αρχεία δείχνουν επίσης ότι ο Μασκ, ο δισεκατομμυριούχος ιδρυτής της Tesla, επικοινώνησε με τον Επστάιν τουλάχιστον δύο φορές για να προγραμματίσει επισκέψεις στο νησί της Καραϊβικής, όπου φέρεται να διαπράχθηκαν πολλές από τις καταγγελίες για σεξουαλική κακοποίηση.

 

Σε μια ανταλλαγή μηνυμάτων το 2012, ο Επστάιν ρώτησε πόσους ανθρώπους θα ήθελε ο Μασκ να μεταφέρουν με ελικόπτερο στο νησί που του ανήκει.

 

«Πιθανώς μόνο η Ταλούλα και εγώ», απάντησε ο Μασκ, αναφερόμενος στην τότε σύντροφό του, ηθοποιό Ταλούλα Ράιλι. «Ποια μέρα/νύχτα θα είναι το πιο ξέφρενο πάρτι στο νησί μας;»,

 

Σε ορισμένα έγγραφα υπάρχουν ακόμη αναφορές στη δημιουργία οπτικοακουστικού υλικού ακραίας βίας, καθώς και ηλεκτρονική αλληλογραφία του ίδιου του Έπσταϊν για την παραλαβή τέτοιου υλικού, η γνησιότητα της οποίας δεν αμφισβητείται. Πρόκειται για σημεία που δοκιμάζουν τα όρια της ανθρωπιάς και τις αντοχές στη διαστροφή και στη νοσηρότητα.

 

Το κρίσιμο ερώτημα που προκύπτει από τη δημοσιοποίηση των αρχείων δεν είναι αν όλα όσα περιγράφονται είναι αληθή. Το κρίσιμο ερώτημα είναι γιατί δεν γνωρίζουμε τι ερευνήθηκε, τι απορρίφθηκε και με ποια κριτήρια.

 

Όταν καταγγελίες τέτοιας βαρύτητας αγγίζουν την κορυφή της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας, η απουσία πλήρους, ανεξάρτητης και διαφανούς διερεύνησης δεν συνιστά απλώς θεσμική ανεπάρκεια. Συνιστά ρήγμα στον ίδιο τον πυρήνα του κράτους δικαίου και στον ορισμό του πολιτισμού.

 

Αντιδράσεις για την αποκάλυψη στοιχείων θυμάτων

 

Η Γκλόρια Άλρεντ, δικηγόρος για τα δικαιώματα των γυναικών που έχει εκπροσωπήσει πολλά από τα θύματα του Έπσταϊν, δήλωσε στο BBC ότι στα τελευταία έγγραφα αποκαλύφθηκαν τα ονόματα πολλών επιζώντων, συμπεριλαμβανομένων κάποιων που δεν είχαν αναγνωριστεί δημόσια στο παρελθόν.

 

Πολλά από τα έγγραφα που δόθηκαν στη δημοσιότητα την Παρασκευή περιλαμβάνουν εκτεταμένες διαγραφές. Ο νόμος προβλέπει ότι οι διαγραφές μπορούν να γίνουν μόνο για την προστασία θυμάτων ή πληροφοριών που βρίσκονται ακόμη υπό διερεύνηση, ενώ απαιτείται και σύνοψη των διαγραφών και της νομικής τους βάσης.

 

Η αναπληρώτρια υπουργός Δικαιοσύνης Μπλανς δήλωσε ότι οι διαγραφές είχαν στόχο την προστασία των θυμάτων και ότι εκατοντάδες υπάλληλοι του υπουργείου εργάστηκαν για περισσότερους από δύο μήνες προκειμένου να διασφαλιστεί η ταχεία δημοσιοποίηση των εγγράφων.

 

Ωστόσο, η Άλρεντ χαρακτήρισε «γελοία» τη δήλωση της Μπλανς ότι η δημοσιοποίηση θα «έφερνε κάθαρση» στα θύματα.

 

«Έχουν καταστρέψει τόσους πολλούς από αυτούς τους επιζώντες δημοσιοποιώντας τα ονόματά τους», δήλωσε.

 

«Σε ορισμένες περιπτώσεις… έχουν τραβήξει μια γραμμή πάνω από τα ονόματα, αλλά μπορείς ακόμη να τα διαβάσεις.

 

Σε άλλες περιπτώσεις, έχουν δημοσιεύσει φωτογραφίες θυμάτων – επιζώντων που δεν έχουν δώσει ποτέ δημόσια συνέντευξη ούτε έχουν αποκαλύψει δημόσια το όνομά τους».

 

Ανέφερε ότι, παρότι η νομική της ομάδα εργάζεται για να ενημερώσει το υπουργείο σχετικά με σημεία όπου απαιτούνται επιπλέον διαγραφές για την προστασία των ταυτοτήτων των θυμάτων, «πολλοί άνθρωποι έχουν ήδη κατεβάσει τα αρχεία».

 

Η Άλρεντ χαρακτήρισε την κατάσταση «απόλυτο χάος», λέγοντας ότι το υπουργείο «έφτασε σε νέο χαμηλό επίπεδο» και «θα έπρεπε να ντρέπεται».

Τέλος ή αρχή;

 

Παρότι το Υπουργείο Δικαιοσύνης υποστηρίζει ότι η διαδικασία δημοσιοποίησης ολοκληρώθηκε, πολιτικοί και οργανώσεις διαφάνειας αμφισβητούν αν όλα τα αρχεία έχουν πράγματι δοθεί στη δημοσιότητα. Εκατομμύρια σελίδες παραμένουν είτε αδημοσίευτες είτε βαριά λογοκριμένες, τροφοδοτώντας υποψίες και θεωρίες συγκάλυψης.

 

Προσχέδιο κατηγορητηρίου από εκείνη την περίοδο που δημοσιεύθηκε την Παρασκευή (30/1) δείχνει ότι οι εισαγγελείς εξετάζουν την απαγγελία ομοσπονδιακών κατηγοριών όχι μόνο εναντίον του Επσταιν, αλλά και τριών άλλων, οι οποίοι ήταν οι προσωπικοί του βοηθοί και ήταν ύποπτοι για συμμετοχή σε συνωμοσία για την στρατολόγηση ανήλικων κοριτσιών για την εκτέλεση άσεμνων πράξεων με τον Έπσταϊν.

 

Το 2021, ομοσπονδιακό δικαστήριο στη Νέα Υόρκη καταδίκασε τη Μάξγουελ, μια Βρετανίδα κοσμική, για σεξουαλική εμπορία (τράφικινγκ) επειδή επειδή βοήθησε στην στρατολόγηση ορισμένων από τα ανήλικα θύματά του. Η Μάξγουελ εκτίει ποινή φυλάκισης 20 ετών .

 

Οι Αμερικανοί εισαγγελείς δεν απήγγειλαν ποτέ κατηγορίες σε κανέναν άλλον σε σχέση με την κακοποίηση κοριτσιών από τον Επστάιν. Ένα θύμα, η Βιρτζίνια Ρόμπερτς Τζιούφρε, τον κατηγόρησε σε αγωγές ότι την ανάγκασε να έχει σεξουαλικές επαφές σε ηλικία 17 και 18 ετών με πολυάριθμους πολιτικούς, επιχειρηματίες, ακαδημαϊκούς και άλλους. Όλοι αρνήθηκαν τους ισχυρισμούς της.

 

Μεταξύ των κατηγορουμένων ήταν ο πρίγκιπας Άντριου της Βρετανίας, ο οποίος έχασε τους βασιλικούς του τίτλους εξαιτίας του σκανδάλου. Ο Άντριου αρνήθηκε ότι είχε σεξουαλική επαφή με την Τζιούφρε, αλλά διευθέτησε την αγωγή της έναντι άγνωστου ποσού.

 

Η Τζιούφρε αυτοκτόνησε πέρυσι σε ηλικία 41 ετών.

 

Πηγές: Associated Press, Guardian, BBC, Occupy Democrats

Δημοσίευση σχολίου

Νεότερη Παλαιότερη