Βαγγέλης Βιτζηλαίος
Πόσο βαθιές θα είναι οι επιπτώσεις της ανάφλεξης στη Μέση Ανατολή για την παγκόσμια οικονομία, τους επιμέρους κλάδους της και τις εφοδιαστικές αλυσίδες; Ποιες περιοχές και χώρες του πλανήτη απειλούνται περισσότερο στην παρούσα φάση; Αυτά τα ερωτήματα κυριαρχούν στη συζήτηση σχετικά με τον αντίκτυπο που θα έχει ο πόλεμος στο Ιράν.
Οι απαντήσεις δεν είναι εύκολες όσο συνεχίζονται οι επιθέσεις Ηνωμένων Πολιτειών και Ισραήλ στο Ιράν και τα αντίποινα του τελευταίου, τόσο απέναντι στις επιτιθέμενες χώρες όσο και προς τις χώρες του Κόλπου, ώστε να τις αναγκάσει να πιέσουν Τραμπ και Νετανιάχου για οπισθοχώρηση και τερματισμό του πολέμου. Η πολεμική σύγκρουση στη Μ. Ανατολή έχει ήδη προκαλέσει ισχυρούς κλυδωνισμούς στον τομέα της ενέργειας, στις εφοδιαστικές αλυσίδες, στο εμπόριο, στη ναυτιλία.
Η διάρκεια της σύγκρουσης θα είναι αυτή που θα κρίνει το βάθος των οικονομικών επιπτώσεων στην παγκόσμια οικονομία, αλλά και την ανάδειξη ευρύτερων κινδύνων, όπως μια επισιτιστική κρίση για εκατομμύρια ανθρώπους στον πλανήτη.
Το πότε και το αν θα τερματιστεί η σύγκρουση θα κρίνει, επίσης, το αν ευάλωτες αναπτυσσόμενες χώρες θα απειληθούν ακόμη περισσότερο, καθότι, σύμφωνα με τους διεθνείς οργανισμούς, η κρίση αυτή δεν πλήττει ομοιόμορφα όλες τις οικονομίες.
Βαθύτερες συνέπειες και δοκιμασία για την παγκόσμια οικονομία
Αρχικές εκτιμήσεις διεθνών οργανισμών και αναλυτών μετά την αμερικανοϊσραηλινή επίθεση της 28ης Φεβρουαρίου επισήμαιναν ότι μικρή διάρκεια του πολέμου θα είχε σχετικά μικρό αντίκτυπο στην παγκόσμια οικονομία, με ορατή τη δυνατότητα ομαλής και ταχείας ανάκαμψης των οικονομιών. Ωστόσο, με τον πόλεμο να έχει ξεπεράσει τον έναν μήνα ύπαρξης, οι προοπτικές για συνέπειες βραχυπρόθεσμης διάρκειας δεν είναι πλέον καθόλου ευοίωνες.
Τα πλήγματα σε στρατηγικές ενεργειακές υποδομές που αποτελούν κομβικά σημεία για τον ενεργειακό εφοδιασμό όλου του πλανήτη δείχνουν μακρύτερη διάρκεια των οικονομικών επιπτώσεων του πολέμου. Για παράδειγμα, η επίθεση της 18ης Μαρτίου στη βιομηχανική εγκατάσταση του Ρας Λαφάν του Κατάρ, εκεί όπου παράγεται το 20% του παγκόσμιου υγροποιημένου φυσικού αερίου, κατέστρεψε το 17% της εξαγωγικής ικανότητας του κράτους, ενώ οι επισκευές θα διαρκέσουν από τρία έως και πέντε χρόνια, σύμφωνα με την κρατική εταιρεία QatarEnergy.
Ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) τόνισε σε έκθεσή του ότι ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή δοκιμάζει την ανθεκτικότητα της παγκόσμιας οικονομίας. Από τη μία πλευρά, η ανάπτυξη στηρίζεται στην ισχυρή δυναμική των επενδύσεων και της παραγωγής στον τομέα της τεχνολογίας, στους χαμηλότερους δασμολογικούς συντελεστές από ό,τι είχε αρχικά εκτιμηθεί, καθώς και στη συνέχεια της δυναμικής που προέκυψε από τα ισχυρά αποτελέσματα του 2025.
Όμως, από την άλλη πλευρά, προειδοποιεί ο ΟΟΣΑ, η διακοπή των μεταφορών μέσω του Στενού του Ορμούζ, το κλείσιμο και η καταστροφή ενεργειακών υποδομών έχουν προκαλέσει απότομη αύξηση των τιμών της ενέργειας και έχουν διαταράξει την παγκόσμια προσφορά ενέργειας και άλλων σημαντικών βασικών προϊόντων, όπως τα λιπάσματα. Αυτό αυξάνει το κόστος, επιβαρύνει τη ζήτηση και ενισχύει τις πληθωριστικές πιέσεις.
Tαυτόχρονα, απειλείται ευθέως η παγκόσμια βιομηχανία ημιαγωγών, που τροφοδοτεί ηλεκτρονικά είδη ευρείας κατανάλωσης και την αυτοκινητοβιομηχανία. Στο Κατάρ αντιστοιχεί το ένα τρίτο της παγκόσμιας παραγωγής ηλίου (υπο-προϊόν του φυσικού αερίου), το οποίο απαιτείται για την κατασκευή ημιαγωγών που συνδέονται άμεσα με τη λειτουργία των Κέντρων Δεδομένων (Data Centers), τα οποία σχετίζονται με την τεχνητή νοημοσύνη – η οποία αποτελεί και «οδηγό» της παγκόσμιας ανάπτυξης.
Σε ανάλυση που δημοσίευσαν ο επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ Πιέρ-Ολιβιέ Γκουριντσάς και οι επικεφαλής των Τμημάτων του διεθνούς οργανισμού προειδοποιούν για στασιμοπληθωρισμό – σε μία επανάληψη των συνεπειών των πετρελαϊκών κρίσεων της δεκαετίας του 1970, αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι «παρότι ο πόλεμος θα μπορούσε να επηρεάσει την παγκόσμια οικονομία με διαφορετικούς τρόπους, όλοι οι δρόμοι οδηγούν σε υψηλότερες τιμές και χαμηλότερη ανάπτυξη».
Ασύμμετρο σοκ και κίνδυνος επισιτιστικής κρίσης
Οι οικονομικές συνέπειες του πολέμου όμως δεν κλονίζουν το ίδιο όλες τις περιοχές του πλανήτη. Η ανάλυση του ΔΝΤ υπογράμμισε ότι «το σοκ είναι παγκόσμιο, αλλά ασύμμετρο», εξηγώντας ότι «οι χώρες που εισάγουν ενέργεια είναι πιο ευάλωτες από ό,τι οι εξαγωγείς, οι φτωχότερες χώρες περισσότερο ευάλωτες από τις πλουσιότερες και εκείνες με περιορισμένα διαθέσιμα περισσότερο από ό,τι εκείνες με άφθονα διαθέσιμα».
Περιοχές της Μέσης Ανατολής, της Αφρικής, της Ασίας-Ειρηνικού και της Λατινικής Αμερικής αντιμετωπίζουν την πρόσθετη πίεση που ασκούν οι αυξημένες τιμές των τροφίμων και των λιπασμάτων, καθώς και οι αυστηρότερες χρηματοοικονομικές συνθήκες. Οι χώρες με χαμηλό εισόδημα διατρέχουν ιδιαίτερα κίνδυνο επισιτιστικής ανασφάλειας· ορισμένες από αυτές ενδέχεται να χρειαστούν περισσότερη εξωτερική στήριξη.
Οι ευάλωτοι πληθυσμοί όμως απειλούνται και με άλλους τρόπους. Το ζήτημα των εμποδίων στις μεταφορές και προμήθειες λιπασμάτων αυξάνει τον κίνδυνο επισιτιστικής κρίσης εξαιτίας της πιθανής ανόδου των τιμών. H Κορίν Φλάισερ, διευθύντρια του τομέα εφοδιαστικών αλυσίδων του Παγκόσμιου Προγράμματος Τροφίμων του ΟΗΕ, έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου, τονίζοντας ότι οι διακοπές στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες οδηγούν σε επισιτιστική κρίση.
Σε ενημέρωσή της εξέφρασε την ανησυχία της «για τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις που έχει αυτός ο πόλεμος στη δυνατότητα των ανθρώπων να βγάζουν τα προς το ζην.
Οι άνθρωποι για τους οποίους ανησυχούμε δεν είναι εκείνοι που πηγαίνουν στα βενζινάδικα για να γεμίσουν τα αυτοκίνητά τους. Είναι άνθρωποι που ήδη ξοδεύουν μεταξύ 50% και 70% εκατό του εισοδήματός τους σε τρόφιμα. Αν οι αυξήσεις του κόστους διαβίωσης συνεχιστούν, όπως παρατηρούμε σε αρκετές χώρες, δεν θα μπορούν πλέον να βγάζουν τα προς το ζην».
Και συμπλήρωσε, πιο συγκεκριμένα, ότι 45.000.000 περισσότεροι άνθρωποι θα υποφέρουν από πείνα αν η κατάσταση συνεχιστεί μέχρι τον Ιούνιο (από 318.000.000 θα αυξηθούν στα 363.000.000), προσθέτοντας ότι «η χρηματοδότηση για ανθρωπιστικές επιχειρήσεις είναι ακόμη χαμηλότερη από πριν, περιορίζοντας τη δυνατότητά μας να στηρίξουμε τους ανθρώπους που έχουν ανάγκη».
Όλα τα παραπάνω δείχνουν την ευθραυστότητα της παγκόσμιας οικονομίας, καθώς και το πόσο διασυνδεδεμένες είναι οι αγορές, οι παραγωγικές διαδικασίες και οι οικονομίες Σίγουρα η πανδημική κρίση και ο πόλεμος στην Ουκρανία αποτέλεσαν πεδία προσαρμογής της παγκόσμιας οικονομίας και των εφοδιαστικών αλυσίδων σε ακραίες συνθήκες, όμως η εμβάθυνση του γεωοικονομικού κατακερματισμού και ακόμη μία πολυδιάστατη κρίση μεγάλης κλίμακας απειλούν με ακόμη πιο επώδυνες συνέπειες.
Όσο παρατείνεται ο πόλεμος στο Ιράν, τόσο πιο δύσκολη θα είναι η επιστροφή των οικονομιών στην ομαλότητα. Θα αντέξει η παγκόσμια οικονομία –αλλά και η αμερικανική, που μοιραία θα επηρεαστεί σε αυτό το περιβάλλον– μια κρίση μακράς διάρκειας, ρισκάροντας μια αναπτυξιακή δυναμική μετά τις πρόσφατες κρίσεις; Η απάντηση είναι αρνητική και θα διαμορφώσει και τις αντίστοιχες πιέσεις προς τους εμπλεκομένους στον πόλεμο.
* Βαγγέλης Βιτζηλαίος, Συντονιστής Κύκλου Διεθνών & Ευρωπαϊκών Αναλύσεων ΕΝΑ, υποψήφιος διδάκτωρ Πανεπιστημίου Πειραιώς – H ανάλυση περιλαμβάνεται στο θεματικό Δελτίο Διεθνών & Ευρωπαϊκών Εξελίξεων του Ινστιτούτου ΕΝΑ «Ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή: γεωπολιτικές ανατροπές και οικονομικές συνέπειες»
