Η ξαφνική ανακάλυψη πανάρχαιων σπηλαιογραφιών που φέρονται να δημιουργήθηκαν πριν από δεκάδες χιλιάδες χρόνια αναδιαμόρφωσε τα τελευταία χρόνια όσα γνωρίζαμε για την προϊστορική τέχνη.
Ωστόσο, νέα επιστημονική αντιπαράθεση θέτει πλέον υπό
αμφισβήτηση ορισμένες από τις πιο εντυπωσιακές χρονολογήσεις, με ειδικούς να
προειδοποιούν ότι η τεχνική που χρησιμοποιείται ίσως «φουσκώνει» σημαντικά την
πραγματική ηλικία των έργων.
Στο επίκεντρο της συζήτησης βρίσκεται η μέθοδος
ουρανίου-θορίου (U-Thdating), η οποία τα τελευταία χρόνια έχει οδηγήσει σε
εντυπωσιακές ανακοινώσεις για πανάρχαια έργα τέχνης.
Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται η περίφημη απεικόνιση ενός
αγριόχοιρου στην Ινδονησία, που εκτιμήθηκε ότι δημιουργήθηκε πριν από 51.000
χρόνια, αλλά και αποτυπώματα ανθρώπινων χεριών που φέρονται να έχουν ηλικία
περίπου 67.800 ετών.
Η μέθοδος βασίζεται στη ραδιενεργή διάσπαση συγκεκριμένων
ισοτόπων ουρανίου σε θόριο μέσα σε στρώματα ασβεστίτη που σχηματίζονται στα
σπήλαια.
Καθώς το νερό διαλύει τον ασβεστόλιθο και στάζει στους
βράχους, δημιουργεί σταδιακά νέα στρώματα ασβεστίτη τα οποία παγιδεύουν μικρές
ποσότητες ουρανίου.
Με το πέρασμα του χρόνου, το ουράνιο μετατρέπεται αργά σε
θόριο και η αναλογία των δύο στοιχείων επιτρέπει στους επιστήμονες να
υπολογίσουν την ηλικία του στρώματος. Όταν ο ασβεστίτης έχει σχηματιστεί πάνω
από μια ζωγραφιά, παρέχει τουλάχιστον ένα ελάχιστο όριο ηλικίας για το έργο
τέχνης.
Ωστόσο, ο Γάλλος ερευνητής Ζορζ Σοβέ, από το Κέντρο
Έρευνας και Μελετών Προϊστορικής Τέχνης στη Γαλλία, υποστηρίζει ότι η μέθοδος
μπορεί συστηματικά να υπερεκτιμά τις ηλικίες.
Σε επιστημονική δημοσίευσή του στο περιοδικό AOJ of Histoarchaeology
and AnthropologicalExploration, προειδοποιεί ότι η επιστημονική κοινότητα έχει
μπει σε έναν «αγώνα δρόμου» για την ανακάλυψη της αρχαιότερης βραχογραφίας στον
κόσμο, με αποτέλεσμα να μειώνεται η απαιτούμενη προσοχή στην αξιολόγηση των δεδομένων.
Κατά τον Σοβέ, το βασικό πρόβλημα είναι ότι η μέθοδος
λειτουργεί αξιόπιστα μόνο όταν το στρώμα ασβεστίτη παραμένει ένα «κλειστό
σύστημα», χωρίς να χάνει ή να προσλαμβάνει ουράνιο με την πάροδο του χρόνου.
Αν όμως υπόγεια ή βρόχινα νερά διαπεράσουν το υλικό και
απομακρύνουν ουράνιο, τότε η αναλογία ουρανίου-θορίου αλλοιώνεται και το δείγμα
φαίνεται τεχνητά πολύ παλαιότερο απ’ ότι είναι στην πραγματικότητα.
Ο ίδιος εξηγεί ότι οι αμφιβολίες του εντάθηκαν ιδιαίτερα
μετά τη δημοσίευση μελέτης του 2018 από τον Ντιρκ Χόφμαν και συνεργάτες του,
σύμφωνα με την οποία τρεις ισπανικές σπηλαιογραφίες χρονολογήθηκαν σε περίπου
65.000 χρόνια και αποδόθηκαν στους Νεάντερταλ.
Οι απεικονίσεις περιλάμβαναν κόκκινες κουκκίδες, ένα
σχήμα που θυμίζει σκάλα και αποτυπώματα χεριών, οδηγώντας αρκετούς επιστήμονες
στο συμπέρασμα ότι οι Νεάντερταλ διέθεταν καλλιτεχνική σκέψη.
Ο Σοβέ, μαζί με ακόμη 42 ερευνητές, απάντησε το 2020 με
δημοσίευση που επεσήμαινε τις αδυναμίες της μεθόδου. Υποστήριξαν ότι χωρίς
διασταύρωση με άλλες τεχνικές χρονολόγησης, όπως η ραδιοχρονολόγηση άνθρακα, τα
αποτελέσματα δεν μπορούν να θεωρούνται απολύτως ασφαλή.
Για να στηρίξει τις επιφυλάξεις του, ο Γάλλος επιστήμονας
επικαλείται περιπτώσεις όπου οι δύο μέθοδοι έδωσαν εντελώς διαφορετικές
ηλικίες.
Στο σπήλαιο Νέρχα της νότιας Ισπανίας, η μέθοδος
ουρανίου-θορίου έδωσε ηλικία περίπου 119.000 ετών, ενώ η ραδιοχρονολόγηση ενός
ίχνους κάρβουνου από το ίδιο σχέδιο έδειξε μόλις 19.000 χρόνια. Άλλη μέτρηση
στο ίδιο έργο υπολόγισε περίπου 14.000 χρόνια. Παρόμοιες αντιφάσεις
εντοπίστηκαν και στην Ινδονησία, όπου εξωτερικά στρώματα ασβεστίτη εμφανίζονταν
παλαιότερα από τα βαθύτερα, κάτι που θεωρείται γεωλογικά παράδοξο.
Παρά τις ενστάσεις, πολλοί ειδικοί υπερασπίζονται τη
μέθοδο. Ο αρχαιολόγος και γεωχημικός ΜαξίμΟμπέρ από το Πανεπιστήμιο Griffith
της Αυστραλίας, μέλος της ομάδας που χρονολόγησε τα περίφημα αποτυπώματα χεριών
στο Σουλαουέζι, τονίζει ότι κάθε τεχνική χρονολόγησης μπορεί να παρουσιάσει
σφάλματα και ότι το U-Thdating δεν αποτελεί εξαίρεση.
Ο Ομπέρ εξηγεί ότι τα τελευταία χρόνια οι επιστήμονες
έχουν αναπτύξει εξελιγμένες τεχνικές λέιζερ, γνωστές ως laserablation, που
επιτρέπουν τον εντοπισμό και την απομάκρυνση των τμημάτων του ασβεστίτη που
έχουν αλλοιωθεί από νερά ή άλλες εξωτερικές επιδράσεις. Με αυτόν τον τρόπο
δημιουργείται ένας λεπτομερής «χάρτης» των ισοτόπων μέσα στο δείγμα και
αποκλείονται οι προβληματικές περιοχές από τους υπολογισμούς ηλικίας.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η ΑντελφίνΜπονό από
το Πανεπιστήμιο του Σερμπρούκ στον Καναδά, η οποία αναγνωρίζει ότι η μέθοδος
μπορεί θεωρητικά να οδηγήσει σε υπερεκτιμήσεις, επιμένει όμως ότι όταν
εφαρμόζεται σωστά παραμένει αξιόπιστη. Όπως σημειώνει, η ποιότητα των δεδομένων
και η διαφάνεια στην παρουσίασή τους είναι καθοριστικής σημασίας για την
αξιολόγηση κάθε χρονολόγησης.
Η αντιπαράθεση αυτή δεν αφορά μόνο τεχνικές λεπτομέρειες.
Στην πραγματικότητα, αγγίζει ένα από τα μεγαλύτερα ερωτήματα της ανθρώπινης
ιστορίας: πότε ακριβώς οι πρόγονοί μας – και ίσως ακόμη και οι Νεάντερταλ –
απέκτησαν την ικανότητα συμβολικής σκέψης και καλλιτεχνικής έκφρασης.
Αν οι αμφιλεγόμενες χρονολογήσεις αποδειχθούν σωστές,
τότε η τέχνη ίσως εμφανίστηκε πολύ νωρίτερα απ’ όσο πιστεύαμε μέχρι σήμερα.
Αν όχι, τότε η επιστήμη ίσως χρειαστεί να επανεξετάσει
ένα σημαντικό κομμάτι της προϊστορίας.
