Europol / Εξαρθρώθηκε δίκτυο «μαμούθ» με call centers και επενδυτικές απάτες – Θύματα και στην Ελλάδα


Δίκτυο πολύ μεγάλης κλίμακας που δραστηριοποιούνταν σε επενδυτικές απάτες μέσω οργανωμένων call centers στην Αλβανία, εξαρθρώθηκε από τις ευρωπαϊκές αρχές, σε συντονισμένη επιχείρηση με τη συμμετοχή της Europol.

 

Το κύκλωμα, το οποίο διέθετε εταιρική δομή και απασχολούσε περίπου 450 εργαζόμενους, λειτουργούσε με επαγγελματικά οργανωμένα call centers που είχαν αναπτυχθεί κυρίως στα Τίρανα.

 

Η επιχείρηση, που διήρκεσε πάνω από δύο χρόνια, κατέληξε στη σύλληψη δέκα ατόμων, σε ταυτόχρονες εφόδους σε πολλαπλούς χώρους και στην κατάσχεση σχεδόν 900.000 ευρώ σε μετρητά. Σύμφωνα με τις αρχές, η συνολική ζημία από τη δράση του κυκλώματος εκτιμάται ότι ξεπερνά τα 50 εκατομμύρια ευρώ.

Πώς λειτουργούσε το δίκτυο

 

Το δίκτυο φέρεται να διατηρούσε οργανωμένα call centers στα Τίρανα, τα οποία λειτουργούσαν με επαγγελματική δομή που θύμιζε νόμιμες επιχειρήσεις, με σαφή κατανομή ρόλων και ιεραρχία.

 

Τα call centers λειτουργούσαν σε ομάδες 6 έως 8 ατόμων, με εξειδίκευση ανά γλώσσα και αγορά-στόχο, μεταξύ των οποίων γερμανικά, αγγλικά, ιταλικά, ελληνικά και ισπανικά. Η γλωσσική προσαρμογή χρησιμοποιούνταν ως εργαλείο ενίσχυσης εμπιστοσύνης προς τα θύματα.

 

Η συνολική δομή του δικτύου έφτανε περίπου τους 450 εργαζόμενους και περιλάμβανε τμήματα προσέλκυσης πελατών (conversion), διατήρησης πελατών (retention), καθώς και υποστηρικτικές μονάδες διοίκησης, οικονομικών, πληροφορικής και ανθρώπινου δυναμικού. Σε κάθε call center υπήρχε διοικητική ιεραρχία με επικεφαλής ομάδων και μάνατζερ που συντόνιζαν τη λειτουργία.

 

Οι εργαζόμενοι λάμβαναν μηνιαίες αμοιβές περίπου 800 ευρώ, καθώς και προμήθειες ανά «επιτυχημένη επένδυση», οι οποίες καταβάλλονταν σε μετρητά και μέσω τραπεζικών συναλλαγών.

Επενδυτικές απάτες και μηχανισμός εξαπάτησης

 

Τα θύματα προσεγγίζονταν μέσω ψευδών επενδυτικών πλατφορμών, οι οποίες προωθούνταν με διαφημίσεις στα social media ή μέσω διαδικτυακών αναζητήσεων, με υποσχέσεις για υψηλές αποδόσεις.

 

Μετά την αρχική εγγραφή, τα θύματα αναλάμβαναν «agents», οι οποίοι παρουσιάζονταν ως επενδυτικοί σύμβουλοι. Οι ίδιοι διαχειρίζονταν για μεγάλα χρονικά διαστήματα τους λογαριασμούς των θυμάτων, συχνά μέσω λογισμικού απομακρυσμένης πρόσβασης, αποκτώντας πλήρη έλεγχο των συσκευών τους. Με έντονη ψυχολογική πίεση και ψευδείς υποσχέσεις κερδών, τα θύματα οδηγούνταν σε συνεχείς καταθέσεις, χωρίς ποτέ τα χρήματα να επενδύονται πραγματικά. Αντίθετα, διοχετεύονταν σε διεθνές δίκτυο ξεπλύματος και κατέληγαν στην εγκληματική οργάνωση.

«Δεύτερο χτύπημα» στα ίδια θύματα

 

Σε αρκετές περιπτώσεις, τα θύματα στοχοποιούνταν εκ νέου. Οι δράστες τα προσέγγιζαν προσποιούμενοι ότι μπορούσαν να ανακτήσουν τα χαμένα κεφάλαιά τους, ζητώντας νέα καταβολή χρημάτων. Συχνά τα έπειθαν να ανοίξουν λογαριασμούς σε πλατφόρμες κρυπτονομισμάτων και να καταθέσουν αρχικά ποσά της τάξης των 500 ευρώ, ολοκληρώνοντας έτσι μια δεύτερη φάση εξαπάτησης.

Η πορεία της έρευνας και η επιχείρηση

 

Η έρευνα ξεκίνησε το 2023 από τις αυστριακές αρχές, μετά τον εντοπισμό πολλών θυμάτων στη Βιέννη. Τον Απρίλιο του 2024, μέσω Europol, ζητήθηκαν πληροφορίες για διεύθυνση IP που οδηγούσε στην Αλβανία, με αποτέλεσμα την έναρξη νέας ποινικής έρευνας από τις τοπικές αρχές.

 

Με τη συνδρομή της Eurojust συγκροτήθηκε κοινή ερευνητική ομάδα, η οποία οδήγησε στη συντονισμένη επιχείρηση της 17ης Απριλίου 2026. Κατά τις εφόδους συνελήφθησαν δέκα άτομα στα Τίρανα και κατασχέθηκαν:

 

    891.735 ευρώ σε μετρητά

    443 υπολογιστές

    238 κινητά τηλέφωνα

    6 φορητοί υπολογιστές

    πλήθος αποθηκευτικών μέσων

 

Θύματα της απάτης εντοπίζονται σε πολλές χώρες της Ευρώπης αλλά και διεθνώς, μεταξύ των οποίων η Ιταλία, η Γερμανία, η Ελλάδα, η Ισπανία, ο Καναδάς και το Ηνωμένο Βασίλειο.

 

Οι αρχές εκτιμούν ότι η ανάλυση των κατασχεθέντων δεδομένων θα αποκαλύψει ακόμη περισσότερες πτυχές της λειτουργίας του κυκλώματος.

 

 

 

Δημοσίευση σχολίου

Νεότερη Παλαιότερη