Το να μην ξέρεις να χάνεις στην πολιτική είναι ελάττωμα, αλλά το να σέρνεις την παράταξή σου στον γκρεμό επειδή αρνείσαι να δεχτείς μια δικαστική σφαλιάρα, αγγίζει τα όρια της θεσμικής αυτοχειρίας. Η απόφαση του Γενικού Γραμματέα του Δήμου Σερρών, Αριστοκλή Αναστασιάδη, και της συζύγου του και Αντιπροέδρου της ΔΕΥΑΣ, Δέσποινας Χατζηγαβριήλ, να καταθέσουν έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης που τους άφησε στα κρύα του λουτρού, δεν είναι απλώς μια απέλπιδα προσπάθεια να περισώσουν τον εγωισμό τους. Είναι μια ωρολογιακή βόμβα στα θεμέλια της δημοτικής αρχής της Βαρβάρας Μητλιάγκα, η οποία παρακολουθεί αμήχανη (ή ίσως και μοιραία) τους πιο στενούς της συνεργάτες να μετατρέπουν τη διοίκησή της σε ένα κακόγουστο δικαστικό θρίλερ.
Για να καταλάβει κανείς το μέγεθος του πολιτικού
σουρεαλισμού, αρκεί να κοιτάξει το ιστορικό αυτής της βεντέτας. Ο αντίδικος
τους, ο ανεξάρτητος πλέον δημοτικός σύμβουλος Σάκης Γάτσιος, δεν ήταν κανένας
τυχαίος περαστικός, αλλά ένα από τα βασικότερα στελέχη της παράταξης της
Δημάρχου, ο οποίος καρατομήθηκε και διαγράφηκε επειδή τόλμησε να κάνει αυτό που
ορίζει ο νόμος, δηλαδή να ελέγξει. Όταν ο κ. Γάτσιος ζήτησε εξηγήσεις στο
Δημοτικό Συμβούλιο για τις επαγγελματικές σχέσεις του ζεύγους με εταιρείες που
αναλάμβαναν έργα του Δήμου, οι θιγμένοι διοικητικοί παράγοντες ξέχασαν τις
θεσμικές τους ιδιότητες, θυμήθηκαν την «ιδιωτική» τους φύση και απάντησαν με το
κλασικό, εισαγόμενο «δικαστικό ρόπαλο» τύπου SLAPP, μια μέθοδο που διεθνώς
χρησιμοποιείται για να φιμώνει την κριτική μέσω οικονομικής εξόντωσης.
Η αρχική τους απαίτηση για την ηθική τους βλάβη άγγιζε το
εξωφρενικό ποσό των 350.000 ευρώ, το οποίο στη συνέχεια, μετά από έντονες
πιέσεις και συμβουλές της ίδιας της Δημάρχου που έβλεπε το πολιτικό κόστος να
έρχεται, μαζεύτηκε στο μισό, δηλαδή στις 175.000 ευρώ. Ακόμα και με την έκπτωση
όμως, το Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών τους εξήγησε με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο
ότι η κριτική στην εξουσία δεν είναι συκοφαντία αλλά υποχρέωση, απορρίπτοντας
την αγωγή τους στο σύνολό της και δικαιώνοντας πανηγυρικά τον Σάκη Γάτσιο.
Αντί λοιπόν το ζεύγος Αναστασιάδη-Χατζηγαβριήλ να μαζέψει
τα κομμάτια του και να αντιληφθεί ότι η τοπική κοινωνία έχει σιχαθεί τις
πρακτικές εκφοβισμού, επιλέγει να τραβήξει το σχοινί μέχρι το Εφετείο
Θεσσαλονίκης τον προσεχή Νοέμβριο. Και εδώ ακριβώς ξεκινά η τεράστια πολιτική
ευθύνη της Βαρβάρας Μητλιάγκα. Η Δήμαρχος, που εξελέγη υποσχόμενη μια νέα,
προοδευτική και ανοιχτή διακυβέρνηση, βρίσκεται πλέον εγκλωβισμένη και πολιτικά
αιμορραγούσα. Η σιωπή και η ανοχή της απέναντι σε αυτή την έφεση, την οποία οι
νομικοί κύκλοι θεωρούν σχεδόν αδύνατο να ανατρέψει το πρωτόδικο αποτέλεσμα, την
ταυτίζει απόλυτα με μια ηττημένη και αυταρχική στρατηγική.
Η Δήμαρχος οφείλει να καταλάβει ότι το πολιτικό κεφάλαιο
της παράταξής της δεν είναι απεριόριστο για να καταναλώνεται στις προσωπικές
εμμονές των συνεργατών της. Η εικόνα μιας διοίκησης που είναι αλλεργική στην
κριτική και σέρνει συμβούλους στα δικαστήρια για να προστατεύσει την «ηρεμία»
της, προκαλεί εσωστρέφεια, απομόνωση και φθορά υλικού που δύσκολα θα μαζευτεί μέχρι
το 2027, όταν και αναμένεται η τελική απόφαση. Αν η Μητλιάγκα θέλει να διασώσει
ότι έχει απομείνει από το ηθικό πλεονέκτημα της παράταξής της, η λύση είναι μία
και πρέπει να δοθεί άμεσα, πριν το Εφετείο σφραγίσει και επίσημα τη δεύτερη
δικαστική τους ήττα. Ο Αριστοκλής Αναστασιάδης πρέπει να αποχωρήσει από τη θέση
του Γενικού Γραμματέα και η Δέσποινα Χατζηγαβριήλ από την αντιπροεδρία της
ΔΕΥΑΣ.
Όσο οι δύο συγκεκριμένοι συνεργάτες παραμένουν
γαντζωμένοι στις θεσμικές τους καρέκλες ενώ παράλληλα διεξάγουν έναν προσωπικό,
εκδικητικό δικαστικό αγώνα, δεν προσφέρουν έργο, αλλά μετατρέπονται σε μόνιμες
εστίες πολιτικής τοξικότητας. Η ιστορία και οι δημότες των Σερρών έχουν
αποδείξει ότι δεν συγχωρούν όσους θεωρούν τη διαφάνεια και τον έλεγχο ως
προσωπικό εχθρό, και η Δήμαρχος πρέπει να αποφασίσει αν θα πάει στον πάτο μαζί
τους ή αν θα προστατεύσει τον Δήμο από τον απόλυτο διασυρμό.
Σε αυτό το σημείο, βέβαια, τελειώνουν οι δικαιολογίες και
για τους υπόλοιπους δημοτικούς συμβούλους της πλειοψηφίας, οι οποίοι παρακολουθούν
το θέατρο του παραλόγου ως βουβοί θεατές. Ήρθε η ώρα να βγάλουν τις κουκούλες
της σιωπής, να αποκτήσουν άποψη και να τοποθετηθούν δημόσια για την κατάντια
αυτής της υπόθεσης. Αν νομίζουν ότι κρατώντας το στόμα τους κλειστό θα
διασώσουν τις καρέκλες τους και την πολιτική τους ύπαρξη, κάνουν το μεγαλύτερο
λάθος της καριέρας τους. Οι επόμενες εκλογές δεν είναι τόσο μακριά όσο
νομίζουν, και όταν θα ξαναζητήσουν την ψήφο των Σερραίων, η κοινωνία θα τους
θυμίσει τη στάση τους. Κανένας δεν πρόκειται να ψηφίσει ανθρώπους που επέλεξαν
να γίνουν «συνένοχοι» διά της σιωπής. Αν συνεχίσουν να κρύβονται, θεωρώντας ότι
η μπόρα αφορά μόνο το ζεύγος και τη Δήμαρχο, είναι βαθιά νυχτωμένοι. Δεν θα
σώσουν ούτε την παράταξη, ούτε τους εαυτούς τους, αλλά θα βουλιάξουν όλοι μαζί
στον πάτο της πολιτικής ανυποληψίας.
