Γερμανία / Η οικονομία παραπαίει


Μόνικα Αρτινού

Η γερμανική οικονομία διανύει το έβδομο έτος στασιμότητας. Μια παρατεταμένη κρίση που αναδεικνύει την έλλειψη μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής για την καινοτομία και την ανάπτυξη. Παρά τις ελπίδες που δημιουργήθηκαν με τη χαλάρωση του «φρένου χρέους» τον Μάρτιο του 2025, οι προβλέψεις για το 2026 δείχνουν οριακή ανάπτυξη μόλις 0,5%, με τις επενδύσεις να βρίσκονται σε συνεχή πτωτική πορεία.

 

Ο Πέτερ Μπόφινγκερ, καθηγητής οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Βίρτσμπουργκ και πρώην μέλος του Γερμανικού Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων, επισημαίνει ότι η Γερμανία χτυπήθηκε σκληρότερα από άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, λόγω της εξάρτησής της από τις εξαγωγές και τη βιομηχανία.

 

Η αλυσίδα των παγκόσμιων κρίσεων – από την πανδημία και τον πόλεμο στην Ουκρανία έως τον εμπορικό πόλεμο του Τραμπ και τις συγκρούσεις στο Ιράν – σε συνδυασμό με το «σοκ της Κίνας 2.0» στον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας, έχει αφήσει τη χώρα αδύναμη να ανταγωνιστεί στις τεχνολογίες μπαταριών και την ψηφιοποίηση.

Στις 2 Ιουλίου, ο Καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς παρουσίασε ένα πρόγραμμα 34 σημείων για την ανάπτυξη και την απασχόληση, το οποίο περιλαμβάνει μεταρρυθμίσεις στο συνταξιοδοτικό σύστημα.

 

Η Επιτροπή Συνταξιοδότησης (Alterssicherungskommission), στην οποία συμμετείχε ο Μπόφινγκερ, εισηγήθηκε την εισαγωγή υποχρεωτικής εισφοράς 2% επί των μισθών σε κρατικό συνταξιοδοτικό ταμείο, στα πρότυπα της Σουηδίας, καθώς και τη σταδιακή αύξηση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης στα 67,5 έτη έως το 2041.

 

Ωστόσο, οι ειδικοί του Μακροοικονομικού Ινστιτούτου Πολιτικής (IMK) προειδοποιούν ότι αυτές οι ρυθμίσεις θα μειώσουν το ΑΕΠ κατά μία ποσοστιαία μονάδα και θα οδηγήσουν σε απώλεια περίπου 250.000 θέσεων εργασίας μέσα στην επόμενη πενταετία, καθώς τα κεφάλαια αυτά πρόκειται να επενδυθούν κυρίως στο εξωτερικό αντί να χρηματοδοτήσουν τις γερμανικές επιχειρήσεις.

 

Το «Πρόγραμμα για την Άνοδο και την Απασχόληση» επικρίνεται ως ανεπαρκές. Η μείωση του φόρου εισοδήματος, αν και στοχεύει στις οικογένειες, αντισταθμίζεται εν πολλοίς από τον πληθωρισμό.

 

Παράλληλα, μέτρα όπως η κατάργηση της δυνατότητας λήψης αναρρωτικής άδειας μέσω τηλεφώνου αναμένεται να αυξήσουν τη γραφειοκρατία, δυσχεραίνοντας τόσο τους πολίτες όσο και τις επιχειρήσεις, δεδομένων των ήδη καθυστερημένων ραντεβού με γιατρούς.

 

Η κατάργηση της προστασίας από απόλυση για υψηλόβαθμα στελέχη με μισθούς άνω των 170.000 ευρώ αφορά περιορισμένο αριθμό εργαζομένων (περίπου 300.000), εγείροντας ερωτήματα για το εργασιακό κλίμα στις εταιρείες.

 

Το κεντρικό πρόβλημα παραμένει η πτώση των εταιρικών επενδύσεων. Αν και το κυβερνητικό πρόγραμμα αναγνωρίζει την ανάγκη υποστήριξης τομέων όπως η τεχνητή νοημοσύνη, οι ημιαγωγοί και η καθαρή τεχνολογία, οι δεσμεύσεις παραμένουν ρητορικές, με τα κονδύλια για έρευνα και ανάπτυξη στον προϋπολογισμό του 2027 να περιορίζονται στα 1,7 δισεκατομμύρια ευρώ. Ο Κλέμενς Φουστ, επικεφαλής του ινστιτούτου ifo, εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του για το γεγονός ότι το πρόγραμμα δεν μειώνει επαρκώς τη φορολογική επιβάρυνση των εταιρειών.

 

Καταλήγοντας, ο Μπόφινγκερ, τονίζει ότι η γερμανική οικονομία κινείται χωρίς σαφές όραμα για το μέλλον.

 

Παρά την αύξηση των κρατικών δαπανών για την άμυνα και τις υποδομές, η έλλειψη στρατηγικής για τον τεχνολογικό μετασχηματισμό της χώρας παραμένει το μεγαλύτερο εμπόδιο, αποδεικνύοντας ότι στις «φουρτουνιασμένες θάλασσες της παγκόσμιας οικονομίας, τα πλοία δεν κυβερνώνται από μόνα τους».

 

 

 

 

 

 

 

Δημοσίευση σχολίου

Νεότερη Παλαιότερη