Οι μαζικές κινητοποιήσεις που εξελίσσονται τους τελευταίους μήνες στην Αλβανία και τη Σερβία μπορεί να έχουν διαφορετικές αφορμές, όμως, σύμφωνα με μία ανάλυση, τροφοδοτούνται από την ίδια βαθύτερη αιτία – τη στενή σύμπλευση πολιτικών ηγεσιών με μεγάλα διεθνή οικονομικά συμφέροντα, εις βάρος των τοπικών κοινωνιών και του περιβάλλοντος.
Αυτή είναι η βασική θέση του Σέρβου ερευνητή και
πολιτικού αναλυτή Αλεξάνταρ Μάτκοβιτς, σε άρθρο γνώμης που δημοσιεύθηκε στο
Jacobin, όπου επιχειρεί να συνδέσει τις πρόσφατες διαδηλώσεις στην Αλβανία με
το πολύμηνο κύμα διαμαρτυριών που συγκλονίζει τη Σερβία.
Από το λίθιο της Σερβίας στα πολυτελή θέρετρα της
Αλβανίας
Ο Μάτκοβιτς ξεκινά από τη δική του προσωπική εμπειρία.
Όπως αναφέρει, το 2024 δέχθηκε επί τρεις μήνες απειλές κατά της ζωής του, μετά
τη δημοσίευση επιστημονικής μελέτης που αμφισβητούσε τα οικονομικά στοιχεία
ενός μεγάλου σχεδίου εξόρυξης λιθίου στη Σερβία, το οποίο υποστηριζόταν από τη
Γερμανία.
Οι απειλές, σύμφωνα με τον ίδιο, προσέλαβαν διεθνείς
διαστάσεις, καθώς αρκετές ήταν γραμμένες στα γερμανικά και ακολούθησαν επίσκεψη
του τότε καγκελάριου Όλαφ Σολτς στη Σερβία. Η υπόθεση εξακολουθεί να ερευνάται
από τα Ηνωμένα Έθνη, ενώ, όπως σημειώνει, έτυχε διεθνούς προβολής και από την
Guardian.
Ο ίδιος είχε προηγουμένως συμβάλει στη δημιουργία ενός
διεθνούς δικτύου κινημάτων κατά των εξορύξεων λιθίου, συνδέοντας οργανώσεις από
τη Σερβία με αντίστοιχα κινήματα στην Πορτογαλία, τη Χιλή, την Ισπανία, τη
Γερμανία και άλλες χώρες, μέσα από τη λεγόμενη «Διακήρυξη του Τζάνταρ».
«Οι πολίτες δεν συγκρούονται πλέον μεταξύ τους, αλλά με
τα ίδια τους τα κράτη»
Με αφορμή τις πρόσφατες κινητοποιήσεις στην Αλβανία κατά
του πολυτελούς τουριστικού συγκροτήματος που συνδέεται με τον Τζάρεντ Κούσνερ,
ο αρθρογράφος υποστηρίζει ότι στα Βαλκάνια διαμορφώνεται μια νέα πολιτική
πραγματικότητα.
Παρά τις ιστορικές αντιπαλότητες ανάμεσα σε Σέρβους και
Αλβανούς, θεωρεί πως οι δύο κοινωνίες αντιμετωπίζουν πλέον ένα κοινό πρόβλημα –
κυβερνήσεις που, κατά την άποψή του, λειτουργούν περισσότερο ως διαμεσολαβητές
ξένων επενδυτικών συμφερόντων παρά ως εκπρόσωποι των πολιτών τους.
Όπως υποστηρίζει, οι σημερινές συγκρούσεις δεν είναι
πλέον μεταξύ διαφορετικών εθνών, αλλά μεταξύ κοινωνιών και κρατικών μηχανισμών
που προωθούν μεγάλα επενδυτικά σχέδια, ακόμη και όταν αυτά προκαλούν έντονες
κοινωνικές αντιδράσεις.
Brain drain, περιβάλλον και αδύναμη αντιπολίτευση
Στην ανάλυσή του επισημαίνει ότι τόσο η Σερβία όσο και η
Αλβανία έχουν βιώσει μαζική μετανάστευση μετά την πτώση των κομμουνιστικών
κυβερνήσεων.
Ειδικά για την Αλβανία, επικαλείται στοιχεία του ΟΗΕ
σύμφωνα με τα οποία περισσότερο από το 43% του πληθυσμού ζει πλέον στο
εξωτερικό.
Παράλληλα, υποστηρίζει ότι και στις δύο χώρες πληθαίνουν
οι συγκρούσεις περιβαλλοντικού χαρακτήρα, ενώ οι αντιπολιτευτικές δυνάμεις
εμφανίζονται αδύναμες ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, ευθυγραμμισμένες με μεγάλα
επενδυτικά συμφέροντα.
Αντίστοιχα, τα εργατικά συνδικάτα χαρακτηρίζονται
περιορισμένης επιρροής.
Η αυξανόμενη παρουσία των ΗΠΑ στα Βαλκάνια
Ο Μάτκοβιτς εντάσσει τις εξελίξεις σε ένα ευρύτερο
γεωπολιτικό πλαίσιο, υποστηρίζοντας ότι η αμερικανική οικονομική παρουσία στα
Βαλκάνια ενισχύεται με ταχύ ρυθμό.
Υπενθυμίζει ότι πριν ακόμη από το σχέδιο του Κούσνερ στην
Αλβανία, ο γαμπρός του Ντόναλντ Τραμπ είχε εμπλακεί και σε επενδυτικό σχέδιο
στο Βελιγράδι, το οποίο προέβλεπε την αξιοποίηση του ιστορικού συγκροτήματος
του Γενικού Επιτελείου Στρατού, που είχε βομβαρδιστεί από το ΝΑΤΟ το 1999.
Το σχέδιο προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στη Σερβία και
τελικά αποσύρθηκε.
Κατά τον ίδιο, η παρουσία του Κούσνερ αποτελεί μέρος μιας
ευρύτερης στρατηγικής που ορισμένοι αναλυτές αποκαλούν ήδη «Βαλκανικό Δόγμα
Τραμπ», μέσω του οποίου οι Ηνωμένες Πολιτείες ενισχύουν την οικονομική και
ενεργειακή επιρροή τους στην περιοχή.
Ενέργεια, LNG και γεωπολιτικός ανταγωνισμός
Σύμφωνα με το άρθρο, οι ΗΠΑ εξελίχθηκαν το 2024 στον
τρίτο μεγαλύτερο ξένο επενδυτή στη Σερβία, ενώ υπέγραψαν και συμφωνία
ενεργειακής συνεργασίας με το Βελιγράδι.
Παράλληλα, προωθείται το υδροηλεκτρικό έργο Đerdap 3,
ύψους περίπου 2,6 δισ. ευρώ, ενώ στη Βοσνία και Ερζεγοβίνη προωθείται επένδυση
περίπου 1,5 δισ. ευρώ για αγωγό υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), ο οποίος θα
συνδέει τη χώρα με την Κροατία.
Στην Αλβανία, οι αμερικανικές επενδύσεις αυξήθηκαν από
περίπου 100 εκατ. δολάρια το 2020 σε περισσότερα από 300 εκατ. δολάρια το 2023,
ενώ σχεδιάζεται ενεργειακό έργο ύψους 6 δισ. δολαρίων, σε συνεργασία με την
Ελλάδα, με στόχο τη μετατροπή της χώρας σε κόμβο LNG.
Ο νόμος των ΗΠΑ και ο ανταγωνισμός με Ρωσία και Κίνα
Ο αρθρογράφος συνδέει τις εξελίξεις με τον αμερικανικό
νόμο Western Balkans Democracy and Prosperity Act, που εγκρίθηκε από το
Κογκρέσο το 2025.
Κατά την εκτίμησή του, η νομοθεσία αυτή εντάσσεται στη
στρατηγική περιορισμού της επιρροής της Ρωσίας και της Κίνας στα Βαλκάνια.
Ως παράδειγμα αναφέρει τις κυρώσεις που επιβλήθηκαν στον
ρωσικών συμφερόντων πετρελαϊκό τομέα της Σερβίας, υποστηρίζοντας ότι
εντάσσονται σε μια ευρύτερη αμερικανική πολιτική αναδιάταξης των ενεργειακών
ισορροπιών.
Το σχέδιο Κούσνερ στην Αλβανία
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο Μάτκοβιτς τοποθετεί και το
επενδυτικό σχέδιο του Τζάρεντ Κούσνερ στην Αλβανία, ύψους 1,4 δισ. δολαρίων,
υποστηρίζοντας ότι δεν αποτελεί μεμονωμένη περίπτωση.
Παραπέμπει επίσης στις δημόσιες τοποθετήσεις του
επιχειρηματία Πίτερ Τιλ, ο οποίος έχει εκφράσει την ιδέα δημιουργίας μιας νέας
μεσογειακής πόλης υψηλής τεχνολογίας, όπου, όπως σημειώνει ο αρθρογράφος, το
κεφάλαιο θα υπερισχύει της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Ο Σέρβος αναλυτής εκτιμά ότι η περιοχή εισέρχεται σε μια
νέα περίοδο γεωπολιτικού ανταγωνισμού μεταξύ μεγάλων δυνάμεων, γεγονός που
ενδέχεται να προκαλέσει νέες εντάσεις και αποσταθεροποίηση στην Ευρώπη.
Διαβάστε:
Αλβανία / Η μαζικότερη διαδήλωση ενάντια στα τουριστικά σχέδια Ράμα – Κούσνερ
Υποστηρίζει ότι οι περιβαλλοντικές συγκρούσεις, οι
εξορύξεις και τα μεγάλα ενεργειακά έργα υπερβαίνουν πλέον τα εθνικά σύνορα και
δημιουργούν κοινά συμφέροντα μεταξύ των κοινωνιών της Σερβίας, της Αλβανίας και
της Βοσνίας.
Για τον λόγο αυτό θεωρεί ότι απαιτείται στενότερη
διαβαλκανική συνεργασία των κοινωνικών κινημάτων απέναντι σε αυτό που
χαρακτηρίζει ως διακρατικές μορφές οικονομικής και πολιτικής ισχύος.
Η ιδέα μιας νέας βαλκανικής αλληλεγγύης
Στο τελευταίο μέρος του άρθρου επισημαίνει ότι ήδη έχουν
αρχίσει να διαμορφώνονται δίκτυα συνεργασίας μεταξύ περιβαλλοντικών οργανώσεων
της περιοχής.
Αναφέρει ως παράδειγμα τη Περιφερειακή Συμμαχία για την
Προστασία της Φύσης των Βαλκανίων, στην οποία συμμετέχουν περισσότερες από
τριάντα οργανώσεις, καθώς και κοινές πρωτοβουλίες μεταξύ κινημάτων της Σερβίας
και της Βοσνίας κατά των σχεδίων εξόρυξης λιθίου.
Ωστόσο, εκτιμά ότι οι πολιτικές αντιπολιτεύσεις στις
περισσότερες βαλκανικές χώρες παραμένουν αδύναμες να εκφράσουν αυτή τη
δυναμική.
Καταλήγοντας, ο Μάτκοβιτς υποστηρίζει ότι τα Βαλκάνια
βρίσκονται μπροστά σε μια ιστορική επιλογή: είτε θα εξελιχθούν σε μια νέα
«αποικία φυσικών πόρων» για διεθνή οικονομικά συμφέροντα είτε θα αναζητήσουν
ένα διαφορετικό μοντέλο συνεργασίας, βασισμένο στην περιφερειακή αλληλεγγύη και
την κοινή υπεράσπιση των τοπικών κοινωνιών απέναντι στα μεγάλα επενδυτικά
σχέδια.
