Αντικαρκινικά φάρμακα / Όταν η θεραπεία σταματά στην πόρτα της Ελλάδας


Η επιστήμη κάνει άλματα, οι νέες αντικαρκινικές θεραπείες πολλαπλασιάζονται και ασθενείς σε όλη την Ευρώπη αποκτούν όπλα κατά του καρκίνου, που μέχρι πριν από λίγα χρόνια δεν υπήρχαν. Στην Ελλάδα, όμως, συμβαίνει κάτι παράδοξο: η ιατρική πρόοδος δεν φτάνει πάντα στον ασθενή. Κάποιες φορές φτάνει καθυστερημένα. Και κάποιες άλλες φεύγει.

 

Τουλάχιστον τέσσερα καινοτόμα αντικαρκινικά φάρμακα έχουν αποσυρθεί τους τελευταίους μήνες από την ελληνική αγορά, ενώ οι ίδιες θεραπείες εξακολουθούν να διατίθενται σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

 

Πρόκειται για φάρμακα που αφορούν, μεταξύ άλλων, τον μεταστατικό καρκίνο του παχέος εντέρου και αιματολογικές κακοήθειες. Την ίδια στιγμή, δεκάδες νέα φάρμακα που έχουν εγκριθεί από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων δεν έφτασαν ποτέ στην Ελλάδα.

 

Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. Από τα 168 νέα φάρμακα που εγκρίθηκαν στην ΕΕ την περίοδο 2021-2024, στην Ελλάδα κυκλοφόρησαν μόλις 69. Και από αυτά, μόνο 36 είναι πλήρως διαθέσιμα στους ασθενείς. Τα υπόλοιπα δίνονται με περιορισμούς και ειδικές διαδικασίες, σύμφωνα με τον Τομέα Υγείας της ΕΛ.Α.Σ.

 

Πώς γίνεται αυτό σε μια ευρωπαϊκή χώρα; Η απάντηση βρίσκεται σε μεγάλο βαθμό στο μοντέλο χρηματοδότησης της φαρμακευτικής δαπάνης. Ο κλειστός δημόσιος προϋπολογισμός, σε συνδυασμό με τις υποχρεωτικές επιστροφές και εκπτώσεις, δημιουργεί ένα περιβάλλον στο οποίο η διάθεση ορισμένων φαρμάκων παύει να είναι οικονομικά συμφέρουσα για τις εταιρείες.

 

Και όταν το κράτος προσπαθεί να συγκρατήσει τη δαπάνη με λογιστικές περικοπές για να αγοράσει περισσότερες φρεγάτες, το κόστος μπορεί τελικά να μεταφερθεί στον πιο αδύναμο κρίκο: τον ασθενή.

 

Ειδικά στον καρκίνο, ο χρόνος δεν είναι μια διοικητική λεπτομέρεια. Είναι μέρος της θεραπείας. Μια καθυστέρηση μπορεί να σημαίνει χαμένη θεραπευτική ευκαιρία. Μια απόσυρση μπορεί να προκαλέσει αγωνία σε έναν άνθρωπο που ήδη βρίσκεται σε αγωγή και δεν γνωρίζει αν θα μπορέσει να τη συνεχίσει.

 

Το υπουργείο Υγείας οφείλει να αντιμετωπίσει το πρόβλημα όχι ως ακόμη μία διαφορά μεταξύ κράτους και φαρμακοβιομηχανίας, αλλά ως ζήτημα δημόσιας υγείας. Οι εταιρείες έχουν ασφαλώς οικονομικά συμφέροντα και το κράτος έχει υποχρέωση να ελέγχει τη φαρμακευτική δαπάνη.

 

Όμως ανάμεσά τους υπάρχει ένας τρίτος παράγοντας που δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μεταβλητή κόστους: ο ασθενής.

 

Η υγεία δεν είναι προϊόν πολυτελείας. Και η πρόσβαση σε μια αποτελεσματική θεραπεία δεν μπορεί να εξαρτάται από το αν η Ελλάδα αποτελεί αρκετά «ελκυστική αγορά» για μια πολυεθνική.

 

Το πραγματικό ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν η επιστήμη μπορεί να νικήσει τον καρκίνο. Είναι αν η Ελλάδα θα επιτρέψει στους πολίτες της να έχουν πρόσβαση στα όπλα που η επιστήμη ήδη διαθέτει. Και αν οι τελευταίοι θα απαιτήσουν κάποια στιγμή να σταματήσει η ανεξέλεγκτη- αλλά προσοδοφόρα για τους κυβερνώντες- αγορά όπλων, σε βάρος της ζωής τους.

 

Γιατί όταν ένα αντικαρκινικό φάρμακο αποσύρεται από την Ελλάδα ενώ παραμένει διαθέσιμο στην υπόλοιπη Ευρώπη, δεν αποσύρεται απλώς ένα προϊόν από την αγορά. Αποσύρεται μια θεραπευτική δυνατότητα. Και για έναν καρκινοπαθή, αυτό μπορεί να είναι ζήτημα ζωής και θανάτου.

 

 

 

 

 

 

 

Δημοσίευση σχολίου

Νεότερη Παλαιότερη