Ο λ ό ρ θ ο ς ο Πρωτοχορευτής
ταπείνωνε τον Χάρο
κι ούτε που σκιάχτηκε διόλου τη θωριά του...
Κακόγνωμος ήταν πάντα ο πυρομανής ο Αύγουστος...
Αμόλαγε τις φλόγινες μέρες του να ψήνουν τους ανθρώπους
με ζέστες ανυπόφορες και γέλαγε, ο γρουσούζης, με τα καμώματά του... Ίδια κι
απαράλλαχτα έπραξε κι εφέτος και γιόμισε τον ουρανό με καυτές ρίγες... Μοναχά
το Φεγγάρι του έπαιζε σκάκι με τ' αστέρια και το χάζευαν οι βροτοί τις
νύχτες...
Γλέντι, λέει, τρικούβερτο έστησαν κατά της Νιγρίτας τη
μεριά και τον είχαν καλεσμένο του Πόντου τον ραψωδό - ξέραν, μαθές, πόσες στρώσεις Ιστορία είχαν τα βιβλία
του, με πόσα κεντίδια είχε κοσμήσει τα
προικιά της φυλής του...
Και σαν μπήκε στο Χορό, γονάτισαν οι Μοίρες από σεβασμό,
λίγοι οι καλοί χορευτάδες, κι εκείνος πρώτος απ' όλους, εσώψυχες κινήσεις,
ιεροτελεστικές, έκσταση του δεξιοτέχνη, πάλλονταν τα μέλη του, ήταν του Βάκχου
απόγονος ατόφιος...
Τον είδε Ο λ ό ρ θ ο γλεντοκόπο ο Χάρος κι όπως μοχθηρός
και ζηλόφθονος είναι, λύσσαξε από το κακό του... Κι όσο ο Πρωτοχορευτής
κινιόταν στις μύτες των ποδιών, τόσο ο γιος της Χάραινας πείσμωνε... Κι αφού
δεν μπόρεσε να τον νικήσει αλλιώς, τον χτύπησε με μπαμπεσιά...
Ήταν καλλιτέχνης ο Παύλος μας...
Σκηνοθέτησε αριστοτεχνικά
μια ανείπωτη Τ ρ α γ ω δ ί α... Τον κύκλωσαν η συντρόφισσά του κι ο
αδερφός του, η νύφη του, ο φίλος του, η παρέα ολάκερη, όπως Χορός αρχαίου
δράματος τον πρωταγωνιστή... Κι εμείς κοιμόμασταν στα κρεβάτια μας κι ας μας
τυραγνούσαν εφιάλτες, παλεύαμε με τη ζέστη της βραδιάς και δεν ξεύραμε πως την
ίδια ώρα ο άνθρωπός μας, του σογιού η καρδιά, είχε κιόλας πάρει το δρόμο για
την αιωνιότητα...
Ρούφαγε η γης το νερό στον μπαχτσέ, διψασμένη θαρρείς
χρόνια, θύμωνα εγώ που κόντευε να φτάσει ο ήλιος μιας κονταριάς δρόμο απ' την
ανατολή κι ούτε που έβανα στο νου μου πως σε λίγην ώρα θα μάθαινα τέτοιο
αταίριαστο μαντάτο....
Ξάδερφέ μου αγαπημένε...
Έτσι με φώναζες κι όσο εγώ σου θύμιζα πως είσαι θείος μου
(του πατέρα μου ξάδερφος γαρ), τόσο εσύ επέμενες στην προσφώνηση... Και τώρα τι
;
Από πού ν' αρχίσω και πού να τελειώσω; Και π ώ ς να φανταστώ ότι δεν θα ξανακούσω την στεντόρεια φωνή σου, ακόμα απ' την καγκελόπορτα της αυλής μας, να γεμίζει τον τόπο με ενέργεια;
Αχ, ρε Παύλε μας, η αύρα σου είν' απλωμένη παντού : στο
σπίτι σου του χωριού και πιότερο στον κήπο σου, που στολίδι ομορφότερο και
παραγωγικότερο δεν εφάνη... Κέντημα πραγματικό, με πολύχρωμες κλωστές
κεντημένο, να μην έχει μήτε μια βελονιά άστοχη... Είσαι παρών στις παρέες της
Βυρώνειας και της πόλης σου, διαλέγεσαι έντονα, λάβρα η μπάσα φωνή σου,
αγκαλιάζεις δυνατά και φιλάς παρομοίως, τα χέρια σου μια άπλα αγάπης, γελάς
τρανταχτά και κλαις ηχηρά ζώντας και τα δυο ως απόλυτη αλήθεια... Είσαι πλάι
μας σ' όλες τις χαρές μας, πλάι μας στις λύπες, έχεις ψυχή μικρού παιδιού και
νόηση γέρου....
Λειψό θα'ναι τούτο το κείμενο...
Πρόεδρος του Πολιτιστικού Συλλόγου για χρόνια, έκαμες
δράσεις που έφτασαν κι έξω απ' τα σύνορα, τμήματα πολλά του Πολιτισμού - θεατρική ομάδα δρώσα, κινηματογραφική λέσχη,
εικαστικό τμήμα, βιβλιοθήκη ενεργή, μουσική μπάντα, χορευτική ομάδα κι άλλα
πολλά που δεν απαριθμούνται...
Σε ευγνωμονούν πολλοί για όσα χάρισες στα παιδιά τους, μα
είναι και οι ά λ
λ ο ι, εκείνα τα ανθρωπίδια που γίνηκαν
σκουπιδότοπος και μοναχά φαρμάκι ξερνούν, ανίκανοι να προσφέρουν το παραμικρό,
ζηλόφθονα ερπετά που πάντα περιφρονούσα και περιφρονώ, για τούτο και εξόρισα
από τη ζωή μου ως αθέατα όντα...
Ήσουν η Π Ρ Α Ξ Η
αυτοπροσώπως στην Παιδεία...
Δούλεψες σκληρά για να γενεί ο κόσμος των νέων καλύτερος,
άφησες στίγμα καταφανές στο Λύκειο της Νιγρίτας και σε όλα τα σχολειά όπου
θήτευσες... Δημιούργησες φίλους - όσους αγαπούν την αλήθεια, εχθρούς - όσους
υμνούν τον φαρισαϊσμό...
Αχ, ρε ξάδερφέ μου
Π ό ν
τ ι ε...
Το ήξερες καλά πως δεν τρελαίνομαι για τα ποντιακά, μα
σου το λέγω τώρα πως, κάθε φορά που θ' ακούω εκείνο το αγαπημένο σου "Αητέντς
επαραπέτανεν", θα σφίγγω τα χείλη μου για να μην ουρλιάξω, θα'χω ακράνοιχτα
τα μάτια μου για να μην πλημμυρίσουν από δάκρυα....
Την συγγραφή σου θα την αποτιμήσει ο Χρόνος και η
Κριτική...
Θα αξιολογήσουν οι Πόντιοι διανοούμενοι τα ατέλειωτα ντοκουμέντα και τις μοναδικές φωτογραφίες σου, τις συνεντεύξεις που πήρες από σημαίνοντα πρόσωπα, το σύνολο υλικό σου που δούλεψες με συνέπεια και τόλμη...
Λάτρευες την Τέχνη και διψούσες γι' αυτήν...
Βοήθησες τα μέγιστα τον Θόδωρο Αγγελόπουλο στα γυρίσματα
της ταινίας του "Το λιβάδι που δακρύζει", συνδέθηκες μαζί του,
ερμήνευσες κι έναν ρόλο, έγινες φίλος του...
Σου είπα, θα είναι λειψή τούτη η ανάρτηση...
Να σε κουβανούν ακίνητο εσένα, δεν πέρναγε από κανενού
ανθρώπου γνωστού σου το κεφάλι... Η πλημμυρίδα όλου αυτού του κόσμου που ήρθε
να σε αποχαιρετήσει δεν είχε ποτέ κατά νου έναν Παύλο ξαπλωμένο αναμεσό σε
λουλούδια, αλλά έναν μπροστάρη της ζωής, της αισιοδοξίας, του φωτός, της
ΧΑΡΑΣ...
Γιόμισε η εκκλησιά (αδιαχώρητο!!!!!!!!!!!!!!!!!!!), η
αυλή της εκκλησιάς, οι παράδρομοι, από λυπημένους φίλους και συγγενείς, μια
σιωπή ιερόγνωμη απλωνόταν πανταχού, σε τίμησαν φορείς που υπηρέτησες, πρόσωπα
από την Εκπαίδευση, την Πολιτική, τον Πολιτισμό, την Ενημέρωση, τους
Πόντιους...
Κι ύστερα, κίνησαν οι λύρες οι ποντιακές να άδουν τα
άσματα που αγάπαγες, συγκλονισμένοι οι πάντες, αχ, πόσο απεχθανόσουν το πένθος,
θα μας μάλωνες τώρα, τη ΖΩΗ είχες σημαία, ξάδερφέ μου, πώς να χωρέσει τόσος
πόνος σ' ένα τραγούδι...
Και τωραδά το τέλος του παραμυθιού...
Θα περνώ απ' το δρόμο της αγροικίας σου, θα φωνάζω
"Τσαχούρ!!!" δεν θα παίρνω απάντηση, θα κοιτάζω προς τον κήπο μήπως
φανείς πίσω απ' τις ντοματιές, πουθενά εσύ, θα γυρίζω αργά προς την πεζοπορία
μου και θα διαπιστώνω πως "τίποτα δεν είναι όπως πριν"....
Ρε Παύλο, ώρες ώρες ζηλεύω τους πιστούς, όπως τούτες τις
στιγμές, που θα'θελα να υπάρχει μεταθανάτια ζωή (ουδαμώς!!!), για να πλάσω μια
ιστορία, πως τάχα απόψε το βράδυ η Βαρβάρα κι ο Νικόλας, οι γονιοί σου,
ξεσήκωσαν τον Παράδεισο, βρήκαν τον Αλέκο και τη Σούλα, τον Ηλία και τη Βέρα,
τη Νίκη την πανέμορφη, τη θεία Ανάστα, τη φαμίλια της Βούλας, όλους τους
συγγενείς και τους φίλους τους, πήραν οι λύρες φωτιά, βγήκαν όλοι μαζί να σε
προϋπαντήσουν, ήξεραν την αδυναμία σου στη λύρα... Και να χορεύει μπροστά
μπροστά η Βαρβάρα, το παιδί της ήρθε, μάνα είναι, να μη χαρεί;
Και θα'ναι εκεί κι ο Δημήτρης, ο ξάδερφός σου, που την
ίδια μέρα διάλεξε να φύγει μαζί σου....
Μα η ιστορία ετούτη είναι του νου ή μάλλον της καρδιάς...
Έχουμε ανάγκη οι θνητοί από παραμύθια, έτσι, για να κρατούμε ζωντανούς τους
αγαπημένους που φευγατίστηκαν...
Βούλα μας, σαν βαραίνει ο πόνος και δεν αντέχεται, να
θυμάσαι πως ο Παύλος σου ήταν της Χαράς ιεροφάντης κι όχι του Πένθους... Και να
μην ξεχνάς πως εμείς σε αγαπήσαμε και σε αγαπάμε σαν να είσαι γόνος των
Τσαχουράντων...
Νίκο μου, Βαρβάρα μου, να την εμπιστεύεστε τη Μνημοσύνη,
στέλνει τις θύμησες και κρατεί ζωντανούς κείνους που φεύγουν... Κι όταν ο
λυγμός φτάνει στο λαιμό, πνίξτε τον μ' ένα τραγούδι που ο μπαμπάς αγάπαγε και
χόρευε...
Ηλία μου, σε ξέρω καλά, μη σκύβεις το κεφάλι,
"εζάρωσεν η γούλα'ς", φώναξε δυνατά " αρκαντάση μου !!! "
και αγκάλιασε τη νύφη και τ' ανίψια σου...
Κυριακή μου, Ειρήνη μου, χέρι χέρι με τους συντρόφους σας, θα τον παλέψετε τον πόνο... Κι εμείς στο πλάι σας...
Δανάη μου, Παύλο μου, εσείς είστε η ελπίδα, το φως που ο
παππούς σάς χάρισε...
Νίκο, Τάσο, αγαπημένα μου, πάντα πίσω από τον θάνατο
στέκει ολόρθη η ΖΩΗ και αυτήν οφείλουμε να υπηρετούμε... Η Μνήμη δεν θ' αφήσει
να χαθεί ο θείος σας...
Αλέξανδρε, Κωνσταντίνα, Κωνσταντίνε, Βάγια, Αθανασία,
Λουκά, λατρεμένα μου, αγκαλιά να πάρετε τα ξαδέρφια σας και η ΖΩΗ θα τραβάει
την ανηφόρα...





