Μαργαρίτα Φράγκου
Την ώρα που ο πλανήτης παράγει περισσότερα τρόφιμα από ποτέ, εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι εξακολουθούν να μην γνωρίζουν αν θα έχουν ένα πιάτο φαγητό την επόμενη ημέρα.
Από τη Γάζα, όπου ο πόλεμος έχει μετατρέψει την πείνα σε
καθημερινότητα, μέχρι την Υεμένη, το Σουδάν, τη Συρία και την Αϊτή, η
επισιτιστική κρίση βαθαίνει με ανησυχητικούς ρυθμούς. Και αυτό δεν αφορά μόνο
τις συγκρούσεις ή η κλιματική αλλαγή.
Είναι και η πολιτική επιλογή των πλουσιότερων χωρών να περιορίσουν δραστικά τη
συμβολή τους στη μείωση της πείνας διεθνώς.
Η ευθύνη των ΗΠΑ
Ο Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ (FAO)
καταγράφει ότι η παγκόσμια πείνα μειώθηκε για τρίτη συνεχόμενη χρονιά το 2025.
Ωστόσο, πίσω από αυτό το γενικό στατιστικό στοιχείο κρύβεται μια πολύ πιο
σκοτεινή πραγματικότητα.
Ο ΟΗΕ προειδοποιεί ότι σε δεκατρείς «εστίες πείνας» όπως
τις ονομάζει- εκατομμύρια άνθρωποι βρίσκονται αντιμέτωποι με οξεία επισιτιστική
ανασφάλεια, καθώς οι πόλεμοι, οι ακραίες καιρικές συνθήκες και οι περικοπές της
ανθρωπιστικής βοήθειας λειτουργούν σωρευτικά.
Καθοριστικό σημείο καμπής υπήρξε το 2025, όταν η
κυβέρνηση Τραμπ προχώρησε στην ουσιαστική αποδόμηση της USAID, της αμερικανικής
υπηρεσίας διεθνούς ανάπτυξης, αναστέλλοντας μεγάλο μέρος των προγραμμάτων
εξωτερικής βοήθειας.
Παράλληλα, αρκετές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις περιόρισαν
σημαντικά τους προϋπολογισμούς αναπτυξιακής συνεργασίας, δημιουργώντας ένα
τεράστιο χρηματοδοτικό κενό.
Οι αριθμοί είναι αποκαλυπτικοί, όπως αναφέρει το Follow
The Money. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, η επίσημη
βοήθεια που προσφέρεται για ανάπτυξη αυτών των χωρών μειώθηκε το 2025
κατά 23,1%, φτάνοντας τα 174,3 δισεκατομμύρια δολάρια.
Για το 2026 προβλέπεται νέα πτώση σχεδόν 7%, στα 152
δισεκατομμύρια δολάρια, το χαμηλότερο επίπεδο της τελευταίας δωδεκαετίας.
Το 70% αυτής της συνολικής μείωσης οφείλεται στις
Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ σημαντικές περικοπές πραγματοποίησαν επίσης η Γερμανία,
η Γαλλία, η Ιαπωνία και το Ηνωμένο Βασίλειο.
ΦωτοUnsplash
1,4 εκατομμύρια βρίσκονται ένα βήμα πριν από τον λιμό
Οι συνέπειες είναι ήδη ορατές στο Παγκόσμιο Επισιτιστικό
Πρόγραμμα (WFP), τον βασικό οργανισμό του ΟΗΕ που παρέχει τρόφιμα σε περιοχές
που πλήττονται περισσότερο. Η αμερικανική χρηματοδότηση μειώθηκε από 4,4
δισεκατομμύρια δολάρια το 2024 σε μόλις 2 δισεκατομμύρια το 2025.
Συνολικά, οι δωρεές προς το WFP κατέρρευσαν από το ποσό
των 14,2 δισεκατομμυρίων δολαρίων το 2022 στα 6,5 δισεκατομμύρια πέρυσι, ενώ μέχρι
τα μέσα του 2026 είχαν φτάσει μόλις τα 3,7 δισεκατομμύρια. Για να ανταποκριθεί
στις παγκόσμιες ανάγκες, ο οργανισμός υπολογίζει ότι απαιτούνται περίπου 13
δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως.
«Φοβάμαι ότι τα χειρότερα έρχονται», προειδοποιεί ο
Ζαν-Μαρτέν Μπάουερ, διευθυντής ανάλυσης επισιτιστικής ασφάλειας του WFP. Όπως
επισημαίνει, η συρρίκνωση της διεθνούς βοήθειας σημαίνει ότι ολοένα λιγότεροι
άνθρωποι μπορούν να λάβουν υποστήριξη στις πιο κρίσιμες στιγμές.
Σήμερα, τουλάχιστον 266 εκατομμύρια άνθρωποι σε 47 χώρες
αντιμετωπίζουν σοβαρή επισιτιστική ανασφάλεια. Από αυτούς, περίπου 1,4
εκατομμύρια βρίσκονται κυριολεκτικά ένα βήμα πριν από τον λιμό. Ο αριθμός αυτός
είναι εννέα φορές μεγαλύτερος από εκείνον που είχε καταγραφεί το 2016.
Οι περικοπές δεν είναι θεωρητικές. Στην Ουγκάντα
περισσότεροι από ένα εκατομμύριο πρόσφυγες έχασαν τη διατροφική βοήθεια του
WFP. Στον Νίγηρα η υποστήριξη περιορίστηκε σε 600.000 ανθρώπους, αφήνοντας
άλλους 900.000 χωρίς καμία βοήθεια. Στη Συρία, ο ΟΗΕ αναμένει ότι θα αναγκαστεί
να μειώσει κατά το ήμισυ την επείγουσα επισιτιστική συνδρομή μέσα στη χρονιά.
Φόβος για επιδείνωση
Οι επιπτώσεις επεκτείνονται πολύ πέρα από την άμεση πείνα. Η έλλειψη
πόρων εμποδίζει τον WFP να δημιουργήσει αποθέματα έκτακτης ανάγκης και να
επενδύσει σε συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης για νέες κρίσεις. Έτσι, η
διεθνής κοινότητα δεν χάνει μόνο τη δυνατότητα να αντιμετωπίσει τις σημερινές
καταστροφές, αλλά και να προλάβει τις επόμενες.
Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι η κατάσταση μπορεί να
επιδεινωθεί ακόμη περισσότερο. Η πιθανότητα ενός ισχυρού φαινομένου Ελ Νίνιο, η
συνέχιση των συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή και οι ταραχές στις θαλάσσιες εμπορικές οδούς, όπως τα Στενά
του Ορμούζ, απειλούν να αυξήσουν περαιτέρω τις τιμές των τροφίμων και να
αποσταθεροποιήσουν την παγκόσμια αγορά.
Ο καθηγητής πολιτικής τροφίμων Τίμοθι Λανγκ χαρακτηρίζει
την κατάσταση πρωτοφανή. Όπως τονίζει, το σύστημα που οικοδομήθηκε μετά τον Β΄
Παγκόσμιο Πόλεμο για να προστατεύει τους πιο ευάλωτους αποδυναμώνεται τη στιγμή
που οι ανάγκες αυξάνονται περισσότερο από ποτέ. Αντίστοιχα, ο ερευνητής Μπαρτ
ντε ΣτέενχαουιζενΠίτερς υπογραμμίζει ότι η ενίσχυση του Παγκόσμιου
Επισιτιστικού Προγράμματος δεν αποτελεί απλώς οικονομική επιλογή, αλλά ηθική
υποχρέωση της διεθνούς κοινότητας.
Οι προβλέψεις είναι ιδιαίτερα ανησυχητικές. Το WFP εκτιμά
ότι η σημερινή υποχρηματοδότηση θα μπορούσε να οδηγήσει έως το 2030 σε 22,6
εκατομμύρια επιπλέον θανάτους, εκ των οποίων περισσότεροι από 5 εκατομμύρια θα
αφορούν παιδιά κάτω των πέντε ετών.
Η πείνα δεν απειλεί μόνο τις φτωχές χώρες. Τροφοδοτεί
μεταναστευτικές ροές, αποσταθεροποιεί ολόκληρες περιοχές, ενισχύει τις
συγκρούσεις και δημιουργεί γενιές ανθρώπων που μεγαλώνουν χωρίς καμία
προοπτική. Όπως προειδοποιεί ο Μπάουερ, ο κόσμος βρίσκεται μπροστά σε μια
«καταστροφή αργής εξέλιξης», η οποία κινδυνεύει να δημιουργήσει μια χαμένη
γενιά παιδιών που δεν θα γνωρίσουν ποτέ την ασφάλεια ούτε το αυτονόητο δικαίωμα
σε ένα καθημερινό γεύμα.
