Ξηρασία, καύσωνες, ακρίβεια / Καλώς ήρθατε στην εποχή του «κλιματικού πληθωρισμού»


Αν ρωτήσετε έναν οικονομολόγο γιατί τα πάντα είναι τόσο ακριβά στις μέρες μας, πιθανότατα θα σας εξηγήσει ότι το πετρέλαιο – η κινητήρια δύναμη της παγκόσμιας οικονομίας – βρίσκεται αυτή την περίοδο αντιμέτωπο με προβλήματα στην τροφοδοσία εξαιτίας των περιορισμών στα Στενά του Ορμούζ, με αποτέλεσμα να αυξάνονται διεθνώς οι τιμές της ενέργειας.

 

Αυτή η εξήγηση αποτελεί όντως μέρος της απάντησης, αλλά δεν αποτυπώνει όμως ολόκληρη την εικόνα.

 

Μια νέα έρευνα προτείνει έναν διαφορετικό τρόπο προσέγγισης του αυξανόμενου κόστους ζωής στη σημερινή εποχή, μέσα από την έννοια που ονομάζεται «climateflation» – ή «κλιματικό πληθωρισμό», γράφει το theconversation σε ειδικό άρθρο του.

 

Με τον όρο αυτό περιγράφεται το φαινόμενο κατά το οποίο οι αιτίες και οι συνέπειες της κλιματικής κρίσης, αλλά ακόμη και οι ίδιες οι προσπάθειες περιορισμού της και προσαρμογής στις νέες συνθήκες, συνδυάζονται και καθιστούν ακριβότερη την καθημερινή ζωή.

 

Πέρα από το πώς οι αυξήσεις των τιμών επιβαρύνουν το πορτοφόλι των πολιτών εξετάζονται επίσης οι παράπλευρες συνέπειες που μπορούν να προκαλέσουν σε πεδία όπως η κοινωνική ανισότητα, η πολιτική ριζοσπαστικοποίηση, η γεωπολιτική αστάθεια και η περιβαλλοντική υποβάθμιση.

«Πληθωρισμός των ορυκτών καυσίμων» και πολιτική αποτυχία

 

Από την έναρξη της βιομηχανικής εποχής και μετά, η καύση ορυκτών καυσίμων από τον άνθρωπο έχει προσθέσει στην ατμόσφαιρα 495 δισεκατομμύρια τόνους άνθρακα.

 

Οι εκπομπές αυτές έχουν συμβάλει στην υπερθέρμανση του πλανήτη, η οποία με τη σειρά της έχει αυξήσει την πιθανότητα εμφάνισης ακραίων βροχοπτώσεων, ακραίας ζέστης και γεωργικής ξηρασίας.

 

Τουλάχιστον από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, πάντως, η διεθνής κοινότητα επιχειρεί να περιορίσει την επικίνδυνη άνοδο της θερμοκρασίας.

 

Το 2015, τα κράτη-μέλη των Ηνωμένων Εθνών συμφώνησαν να επιδιώξουν τον περιορισμό της υπερθέρμανσης στον 1,5 βαθμό Κελσίου πάνω από τα προβιομηχανικά επίπεδα – ή, σε κάθε περίπτωση, αρκετά κάτω από τους 2 βαθμούς Κελσίου.

 

Ωστόσο, μόλις τα τελευταία χρόνια η Σύμβαση-Πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για την Κλιματική Αλλαγή άρχισε να κατονομάζει ευθέως τον «ελέφαντα στο δωμάτιο» – δηλαδή τα ορυκτά καύσιμα ως μία από τις βασικές αιτίες του προβλήματος.

 

Δεκαετίες εταιρικού «πράσινου ξεπλύματος» και πολιτικών παρελκυστικών τακτικών επέτρεψαν στη χρήση των ορυκτών καυσίμων να συνεχίσει να αυξάνεται, αφήνοντας την παγκόσμια οικονομία σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από αυτή τη μορφή ενέργειας.

 

Εάν το διεθνές ενεργειακό σύστημα δεν εξαρτιόταν σε τόσο μεγάλο βαθμό από τα ορυκτά καύσιμα, είναι εξαιρετικά αμφίβολο ότι τα σημερινά προβλήματα στην προσφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου στα Στενά του Ορμούζ θα επηρέαζαν στον ίδιο βαθμό τον γενικό πληθωρισμό.

 

Με άλλα λόγια, εάν οι προσπάθειες για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής είχαν ληφθεί σοβαρότερα πριν από 35 χρόνια, η σημερινή σύγκρουση στο Ιράν θα είχε πολύ μικρότερη επίδραση στις τιμές των αγαθών που πληρώνουν καθημερινά οι πολίτες.

 

Υπό αυτή την έννοια, οι σημερινές ανατιμήσεις μπορούν να συνδεθούν και με την πολιτική αποτυχία ουσιαστικής δράσης απέναντι στην κλιματική αλλαγή.

Από τον «carbonflation» στον «greenflation»

 

Η κλιματική κρίση επιβαρύνει, όμως, το κόστος ζωής και με πολύ πιο άμεσους τρόπους.

 

Τα ακραία καιρικά φαινόμενα προκαλούν τεράστιες οικονομικές απώλειες.

 

Οι σοβαρές δασικές πυρκαγιές και οι καύσωνες αυξάνουν τις δαπάνες για τη δημόσια υγεία και προκαλούν απώλειες παραγωγικότητας, ενώ οι αποτυχίες στη γεωργική παραγωγή οδηγούν σε υψηλότερες τιμές τροφίμων, ιδιαίτερα για καλλιέργειες που είναι ευάλωτες στις μεταβολές του κλίματος.

 

Παράλληλα, ακραία φαινόμενα όπως οι πλημμύρες και τα κύματα καύσωνα προκαλούν μεγάλες ζημιές σε κτίρια και υποδομές.

 

Αυτού του είδους οι άμεσες οικονομικές επιβαρύνσεις εμφανίζονται συνήθως πιο αποσπασματικά και πλήττουν εντονότερα τις περιοχές που βρίσκονται αντιμέτωπες με ακραία καιρικά φαινόμενα.

 

Καθώς όμως ο πλανήτης θερμαίνεται, τα φαινόμενα που προκαλούν αυτές τις αυξήσεις του κόστους αναμένεται να γίνονται συχνότερα και εντονότερα.

 

Οι άμεσες συνέπειες της κλιματικής αλλαγής και η αποτυχία απεξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα δεν είναι, ωστόσο, οι μοναδικοί παράγοντες που πιέζουν τις τιμές.

 

Μεγάλο μέρος των σημερινών υποδομών κατασκευάστηκε για ένα κλίμα πολύ πιο σταθερό από αυτό που διαμορφώνεται πλέον.

 

Κατοικίες, επιχειρήσεις και επενδύσεις έχουν συγκεντρωθεί σε ευάλωτες περιοχές χωρίς να έχουν ληφθεί επαρκή μέτρα ανθεκτικότητας απέναντι στις νέες κλιματικές συνθήκες.

 

Με απλά λόγια, οι πολιτικές ηγεσίες όχι μόνο απέτυχαν σε μεγάλο βαθμό να λάβουν εγκαίρως υπόψη τις προειδοποιήσεις για την ανάγκη απεξάρτησης των ενεργειακών συστημάτων από τα ορυκτά καύσιμα, αλλά δεν επένδυσαν επαρκώς ούτε στη δημιουργία υποδομών ανθεκτικότερων απέναντι στην κλιματική αλλαγή.

 

Το αποτέλεσμα είναι ότι η αντιμετώπιση της κρίσης σήμερα κοστίζει περισσότερο.

 

Νοικοκυριά, επιχειρήσεις και δημόσιοι οργανισμοί αναγκάζονται να ανακαινίσουν ή να προσαρμόσουν κτίρια και υποδομές, να χρηματοδοτήσουν νέα συστήματα παραγωγής καθαρής ενέργειας, να αποκτήσουν εξοπλισμό φιλικότερο προς το κλίμα, να εξασφαλίσουν νέες μορφές ασφαλιστικής κάλυψης ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμη και να μετακινηθούν σε άλλες περιοχές.

 

Σε άλλες περιπτώσεις, οι κυβερνήσεις επιχειρούν να περιορίσουν την κλιματική αλλαγή επιβάλλοντας πρόσθετες χρεώσεις στην κατανάλωση ορυκτών καυσίμων, όπως έναν φόρο άνθρακα, ή παρέχοντας οικονομικά κίνητρα για επιλογές χαμηλότερων εκπομπών, όπως οι επιδοτήσεις για την αγορά ηλεκτρικών οχημάτων. Και αυτά τα εργαλεία πολιτικής, όμως, μπορούν να συνεπάγονται πρόσθετο κόστος για την κοινωνία.

Ο «κλιματικός πληθωρισμός» δεν αφορά μόνο τις ανατιμήσεις

 

Οι τρεις βασικοί μηχανισμοί που περιγράφουμε – ο «fossilflation», δηλαδή ο πληθωρισμός που συνδέεται με την εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα, ο «carbonflation», που προκύπτει από τις άμεσες συνέπειες της κλιματικής αλλαγής, και ο «greenflation», που σχετίζεται με το κόστος της πράσινης μετάβασης και προσαρμογής – συγκροτούν από κοινού αυτό που αποκαλούμε «climateflation».

 

Πρέπει, πάντως, να επισημανθεί ότι η κλιματική αλλαγή δεν συνεπάγεται σε κάθε περίπτωση αύξηση του κόστους.

 

Υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες μπορεί να συνδέεται ακόμη και με χαμηλότερες τιμές.

 

Για παράδειγμα, υψηλότερες συγκεντρώσεις διοξειδίου του άνθρακα μπορούν υπό συγκεκριμένες συνθήκες να ενισχύσουν την ανάπτυξη ορισμένων καλλιεργειών, ενώ οι ενεργειακές αναβαθμίσεις κτιρίων με καθαρές τεχνολογίες μπορούν να μειώσουν την κατανάλωση ενέργειας και, κατ’ επέκταση, τους λογαριασμούς των νοικοκυριών.

 

Παρά τις εξαιρέσεις αυτές, η συνολική επίδραση του κλιματικού πληθωρισμού είναι πιθανό να εξακολουθήσει να οδηγεί σε αυξημένα κόστη στο ορατό μέλλον.

 

Και αυτό αναμένεται να συνεχιστεί έως ότου το μεγαλύτερο μέρος της παγκόσμιας οικονομίας μπορεί να λειτουργεί χωρίς ορυκτά καύσιμα, οι καθαρές εκπομπές μειωθούν στο μηδέν και ανακοπεί η περαιτέρω υπερθέρμανση, ενώ ταυτόχρονα δημιουργηθούν υποδομές πραγματικά ανθεκτικές στις νέες κλιματικές συνθήκες.

Οι κοινωνικές και πολιτικές συνέπειες

 

Εξίσου ανησυχητικές με τις ίδιες τις αυξήσεις των τιμών είναι οι παράπλευρες επιπτώσεις που μπορούν να προκαλέσουν.

 

Ο κλιματικός πληθωρισμός ενδέχεται να δημιουργήσει σαφείς «κερδισμένους» και «χαμένους», διευρύνοντας το χάσμα ανάμεσα σε όσους έχουν την οικονομική δυνατότητα να απορροφήσουν το υψηλότερο κόστος και σε εκείνους που αδυνατούν να το αντέξουν.

 

Οι οικονομικές πιέσεις θα μπορούσαν επίσης να καταστήσουν περισσότερο ελκυστικά αντιδραστικά – ακόμη και ξενοφοβικά – πολιτικά κινήματα σε κοινωνίες όπου αυξάνονται η απογοήτευση και η οργή.

 

Παράλληλα, η κοινωνική δυσαρέσκεια ή ο ανταγωνισμός για την εξασφάλιση νέων πόρων με στόχο τη συγκράτηση του κόστους θα μπορούσαν να δημιουργήσουν το έδαφος για συγκρούσεις τόσο μεταξύ διαφορετικών κοινωνικών ομάδων όσο και μεταξύ κρατών.

 

Εάν η ιστορία αποτελεί οδηγό, οι περίοδοι κατά τις οποίες το κόστος ζωής παραμένει σχετικά υψηλό μπορούν να αποσταθεροποιήσουν τις παραδοσιακές δομές εξουσίας πάνω στις οποίες στηρίζονται οι κοινωνίες.

 

Το πώς ακριβώς θα εκδηλωθούν αυτές οι συνέπειες στην εποχή του «κλιματικού πληθωρισμού» είναι ένα ερώτημα στο οποίο μόνο ο χρόνος θα μπορέσει να δώσει απάντηση.

 

 

Δημοσίευση σχολίου

Νεότερη Παλαιότερη