Meta / Η μεγάλη δίκη και οι παραλληλισμοί με την πλάνη της καπνοβιομηχανίας


Στις αρχές Οκτωβρίου αναμένεται να κυκλοφορήσει η συνέχεια του The Social Network, της ταινίας που αφηγήθηκε την ιστορία της δημιουργίας του Facebook από τον Μαρκ Ζάκερμπεργκ.

 

H νέα παραγωγή, με τίτλο The Social Reckoning, θα επικεντρώνεται στον ρόλο των πληροφοριοδοτών που, στις αρχές της δεκαετίας του 2020, κατηγόρησαν τον κολοσσό των μέσων κοινωνικής δικτύωσης ότι απέκρυπτε στοιχεία για τις επιβλαβείς συνέπειες των προϊόντων του.

 

Η πραγματικότητα, ωστόσο, πρόλαβε για ακόμη μία φορά τη μεγάλη οθόνη.

 

Μια από τις σημαντικότερες δικαστικές αναμετρήσεις στην ιστορία της Meta έληξε με έναν συμβιβασμό που μπορεί να φτάσει τα 16,68 δισ. δολάρια, καθώς η μητρική εταιρεία του Facebook και του Instagram συμφώνησε με τις αμερικανικές πολιτείες που την κατηγορούσαν ότι σχεδίασε τις πλατφόρμες της με τρόπους που προκαλούν εθισμό στα παιδιά, παραπλάνησε το κοινό σχετικά με την ασφάλειά τους και συνέλεξε παράνομα προσωπικά δεδομένα ανηλίκων.

 

Η συμφωνία επιτεύχθηκε ενώ βρισκόταν ήδη σε εξέλιξη η ομοσπονδιακή δίκη στο Όκλαντ της Καλιφόρνιας, οι προφορικές αγορεύσεις της οποίας είχαν αρχίσει στις 18 Αυγούστου.

 

Παράλληλα με το οικονομικό σκέλος, η Meta συμφώνησε να προχωρήσει σε αλλαγές για τους έφηβους χρήστες του Facebook και του Instagram σε ολόκληρες τις ΗΠΑ, μεταξύ των οποίων ημερήσια όρια χρήσης και περιορισμοί κατά τις νυχτερινές ώρες. Η εταιρεία δεν παραδέχθηκε οποιαδήποτε παράνομη συμπεριφορά.

 

Η εξέλιξη δίνει πλέον απάντηση σε ένα μέρος των ερωτημάτων που έθετε, λίγο πριν από την ολοκλήρωση της υπόθεσης, το περιοδικό The Economist: πόσο μεγάλο θα μπορούσε να γίνει το οικονομικό κόστος για τη Meta και, κυρίως, εάν η δικαστική πίεση θα οδηγούσε σε πραγματικές παρεμβάσεις στον τρόπο λειτουργίας των πλατφορμών της.

Η υπόθεση που χαρακτηρίστηκε «η στιγμή της καπνοβιομηχανίας» για τη Meta

 

Η Καλιφόρνια, το Κολοράντο, το Κεντάκι και το Νιου Τζέρσεϊ ηγήθηκαν μιας ομάδας 29 πολιτειών που είχαν προσφύγει κατά της Meta.

 

Στον πυρήνα της υπόθεσης βρίσκονταν οι ισχυρισμοί ότι οι πλατφόρμες της εταιρείας ανέπτυξαν σκόπιμα λειτουργίες σχεδιασμένες ώστε να κρατούν παιδιά και εφήβους διαρκώς συνδεδεμένους, ότι η Meta παραπλάνησε το κοινό σχετικά με τους σχετικούς κινδύνους και ότι παραβίασε την ιδιωτικότητα ανηλίκων.

 

Στις κατηγορίες περιλαμβανόταν επίσης η παραβίαση του ομοσπονδιακού νόμου για την προστασία της ιδιωτικότητας των παιδιών στο διαδίκτυο (COPPA), καθώς οι πολιτείες υποστήριζαν ότι η Meta συνέλεγε προσωπικά δεδομένα χρηστών που γνώριζε ότι ήταν παιδιά χωρίς ενημέρωση ή συγκατάθεση των γονέων τους και χρησιμοποιούσε τα δεδομένα αυτά ακόμη και για την εκπαίδευση μοντέλων μηχανικής μάθησης και παραγωγικής τεχνητής νοημοσύνης.

 

Ο γενικός εισαγγελέας της Καλιφόρνιας, ΡομπΜπόντα, είχε φτάσει στο σημείο να χαρακτηρίσει την υπόθεση ως τη «στιγμή της καπνοβιομηχανίας» για τη Meta, παραλληλίζοντας τις καταγγελλόμενες πρακτικές της με τις παραπλανητικές πρακτικές που οδήγησαν τις καπνοβιομηχανίες σε τεράστιες αποζημιώσεις τη δεκαετία του 1990 και, πολύ αργότερα, σε αντίστοιχες υποθέσεις τις εταιρείες που συνδέθηκαν με την κρίση των οπιοειδών.

 

Κατά την εναρκτήρια αγόρευση της πολιτείας, η αναπληρώτρια γενική εισαγγελέας της Καλιφόρνιας, ΜέγκανΟ’Νιλ, υποστήριξε ότι η Meta σχεδίασε τις πλατφόρμες της «ώστε τα παιδιά να επιστρέφουν ξανά και ξανά».

 

Η εταιρεία απέρριπτε σταθερά τους ισχυρισμούς ότι τα προϊόντα της προκαλούν βλάβη. Η νομική της ομάδα είχε χαρακτηρίσει μάλιστα τον παραλληλισμό με τις καπνοβιομηχανίες «εντελώς ανάρμοστο».

 

Η υπερασπιστική γραμμή της Meta στηρίχθηκε στο επιχείρημα ότι το Facebook και το Instagram, σε αντίθεση με τα τσιγάρα, μπορούν να προσφέρουν πραγματικά οφέλη στους νέους.

 

Παράλληλα, η εταιρεία κατηγορούσε τους ενάγοντες ότι επιχειρούσαν να μετατρέψουν μια υπόθεση με συγκεκριμένα και σχετικά στενά νομικά ερωτήματα σε μια γενικότερη «δίκη» των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και της επίδρασής τους στα παιδιά.

 

Έθετε επίσης το ερώτημα γιατί βρισκόταν η ίδια στο επίκεντρο, όταν οι νέοι χρησιμοποιούν ακόμη περισσότερο το YouTube της Google και το TikTok, που δημιουργήθηκε από την κινεζική ByteDance.

Από τα 1,4 τρισ. και τα 200 δισ. στον συμβιβασμό των 16,68 δισ.

 

Τα ποσά που δυνητικά διακυβεύονταν ήταν ασυνήθιστα μεγάλα. Οι τέσσερις πολιτείες που πρωτοστατούσαν στην προσφυγή είχαν αρχικά υπολογίσει ότι, σε περίπτωση ήττας της Meta, οι κυρώσεις θα μπορούσαν να φτάσουν ακόμη και το 1,4 τρισ. δολάρια. Ο υπολογισμός βασιζόταν στον αριθμό των εφήβων στις συγκεκριμένες πολιτείες που χρησιμοποιούν το Instagram και το Facebook για περισσότερα από 30 λεπτά ημερησίως.

 

Πριν αρχίσει η δίκη, οι πολιτείες είχαν περιορίσει δραστικά την εκτίμησή τους, τοποθετώντας το σχετικό ποσό πιο κοντά στα 200 δισ. δολάρια — μέγεθος περίπου αντίστοιχο με το σύνολο των εσόδων της Meta για το 2025.

 

Τελικά, όμως, δεν χρειάστηκε να υπάρξει δικαστική ετυμηγορία επί αυτών των απαιτήσεων. Η Meta και οι πολιτείες κατέληξαν σε συμβιβασμό με ανώτατο ύψος τα 16,68 δισ. δολάρια, αποτρέποντας έτσι μία από τις σημαντικότερες μέχρι σήμερα δικαστικές δοκιμασίες των κατηγοριών ότι οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης βλάπτουν τους ανήλικους χρήστες τους.

 

Η συμφωνία έχει ιδιαίτερη σημασία και επειδή δεν περιορίζεται στην καταβολή χρημάτων. Η Meta δεσμεύθηκε να εφαρμόσει πανεθνικά αλλαγές για τους εφήβους στο Facebook και το Instagram, μεταξύ άλλων ημερήσια όρια χρήσης και νυχτερινούς περιορισμούς.

 

Η αγωγή διατύπωνε βαριές κατηγορίες, υποστηρίζοντας ότι η Meta, στην προσπάθειά της να ενισχύσει τα κέρδη της, χρησιμοποίησε τεχνικές που κρατούσαν παιδιά και εφήβους προσκολλημένους στις πλατφόρμες της, με αρνητικές συνέπειες για την ψυχική τους υγεία.

 

Ωστόσο, η δίκη του Όκλαντ διέφερε ουσιαστικά από άλλη υπόθεση που εκδικάστηκε τον Μάρτιο στο ΛοςΆντζελες, όταν η Meta και η Google υποχρεώθηκαν να καταβάλουν αποζημίωση σε μια 20χρονη, η οποία κρίθηκε ότι είχε υποστεί βλάβη έπειτα από χρόνια εντατικής χρήσης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.

 

Στην υπόθεση του Όκλαντ, το βασικό νομικό ζήτημα δεν ήταν ο εθισμός.

 

Το κρίσιμο ερώτημα: Παραπλάνησε η Meta το κοινό;

 

Ένας από τους γενικούς εισαγγελείς που συμμετείχαν στην υπόθεση την είχε περιγράψει ως «τη μεγαλύτερη αγωγή προστασίας καταναλωτών στην αμερικανική ιστορία».

 

Και ακριβώς εδώ βρισκόταν ίσως η ουσία της.

 

Ο ΒίνσεντΤζόραλεμον, από το Κέντρο Δικαίου και Τεχνολογίας του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας στο Μπέρκλεϊ, εκτιμούσε ότι το καθοριστικό ερώτημα ήταν εάν η Meta «παραπλάνησε το κοινό» σχετικά με τις επιπτώσεις των προϊόντων της.

 

Αυτή ήταν και η πτυχή που έφερνε την υπόθεση πιο κοντά στις μεγάλες δικαστικές αναμετρήσεις με τις καπνοβιομηχανίες και τις εταιρείες που βρέθηκαν στο επίκεντρο της κρίσης των οπιοειδών.

 

Κατά τον Τζόραλεμον, αυτό σήμαινε επίσης ότι οι καταθέσεις πληροφοριοδοτών θα μπορούσαν να αποδειχθούν πολύ σημαντικότερες από τις περίπλοκες και συχνά αμφιλεγόμενες ψυχολογικές συζητήσεις γύρω από το κατά πόσον τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης προκαλούν εθισμό.

 

Οι επενδυτές της Meta, πάντως, δεν αντιμετώπιζαν ως πιθανότερο σενάριο μια οικονομική καταστροφή — εκτίμηση που, τουλάχιστον ως προς την επιβίωση και την οικονομική αντοχή του ομίλου, φαίνεται να επιβεβαιώνεται από την τελική συμφωνία.

 

Ο ΓκιλΛούρια, της επενδυτικής τράπεζας D.A. Davidson, επισήμαινε ότι στην αγορά επικρατούσε η άποψη πως ο πήχης για να αποδειχθούν οι κατηγορίες περί εξαπάτησης ήταν «αρκετά ψηλά».

 

Αυτό δεν σήμαινε ότι η δικαστική εκκρεμότητα περνούσε απαρατήρητη. Ο νομικός κίνδυνος είχε ήδη επιβαρύνει την αποτίμηση της Meta – ο λόγος της χρηματιστηριακής τιμής της μετοχής προς τα κέρδη της παρέμενε χαμηλότερος από εκείνον άλλων τεχνολογικών κολοσσών.

 

Ωστόσο, σύμφωνα με τον Λούρια, οι μέτοχοι ανησυχούσαν περισσότερο για το τι θα μπορούσε να υποχρεωθεί να αλλάξει η Meta στο επιχειρηματικό της μοντέλο, παρά για το ύψος μιας ενδεχόμενης αποζημίωσης.

 

Η αντίδραση της αγοράς στην ανακοίνωση του συμβιβασμού ήταν χαρακτηριστική: η μετοχή της Meta ενισχύθηκε κατά 4,4% στις προσυνεδριακές συναλλαγές.

Ο μεγαλύτερος φόβος ίσως δεν ήταν το πρόστιμο

 

Οι εισαγγελικές αρχές επιδίωκαν, μεταξύ άλλων, αλλαγές σε λειτουργίες που χρησιμοποιούν η Meta, η Google και το TikTok για να διατηρούν υψηλή την αλληλεπίδραση των χρηστών.

 

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το λεγόμενο «infinitescroll», η ατέρμονη κύλιση με τον κέρσορα στο γραφείο ή το δάχτυλο στο κινητό που φορτώνει συνεχώς νέες αναρτήσεις χωρίς ο χρήστης να χρειάζεται να μεταβεί σε επόμενη σελίδα.

 

Η συγκεκριμένη λειτουργία δεν αφορά μόνο τον σχεδιασμό μιας εφαρμογής. Συνδέεται άμεσα με το πόσο χρόνο παραμένει ο χρήστης στην πλατφόρμα και, κατά συνέπεια, με το πόσες διαφημίσεις μπορεί να δει.

 

«Αν δεν είχαμε το infinitescroll, δεν θα είχαμε τόσες πολλές διαφημίσεις», όπως το θέτει ο Λούρια.

 

Αυτό εξηγεί γιατί το ενδεχόμενο ουσιαστικών αλλαγών στον τρόπο με τον οποίο οι πλατφόρμες σχεδιάζονται για να διατηρούν την προσοχή των χρηστών θεωρούνταν ότι θα μπορούσε να έχει βαθύτερες επιχειρηματικές συνέπειες από ένα μεγάλο, αλλά εφάπαξ, χρηματικό κόστος.

 

Ο συμβιβασμός δίνει πλέον μια πρώτη συγκεκριμένη απάντηση σε αυτή την ανησυχία: η Meta συμφώνησε σε ημερήσια όρια χρήσης και νυχτερινούς περιορισμούς για τους εφήβους στο Facebook και το Instagram σε ολόκληρη τη χώρα. Πρόκειται για ουσιαστικές παρεμβάσεις στη χρήση των υπηρεσιών από ανηλίκους, χωρίς ωστόσο να ισοδυναμούν με τη ριζική ανατροπή του συνολικού επιχειρηματικού μοντέλου της εταιρείας που φοβούνταν ορισμένοι επενδυτές.

 

Η συμφωνία κλείνει τη συγκεκριμένη ομοσπονδιακή αναμέτρηση χωρίς να χρειαστεί η Meta να δοκιμάσει μέχρι τέλους άλλα νομικά όπλα που είχε στη διάθεσή της. Μεταξύ αυτών ήταν το Άρθρο 230 του αμερικανικού Νόμου περί Επικοινωνιών, το οποίο παρέχει στις διαδικτυακές πλατφόρμες προστασία από νομική ευθύνη για περιεχόμενο που αναρτούν τρίτοι.

 

Η εταιρεία είχε επιχειρήσει να χρησιμοποιήσει αυτό το επιχείρημα για να ανακόψει τη δίκη του Όκλαντ πριν αυτή ολοκληρωθεί, όμως ο δικαστής είχε κρίνει ότι η σχετική προσφυγή ήταν πρόωρη.

Η κοινωνική πίεση και τα όρια των δικαστικών αποφάσεων

 

Η ανησυχία στις Ηνωμένες Πολιτείες για την επίδραση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στα παιδιά παραμένει έντονη και ο συμβιβασμός των 16,68 δισ. δολαρίων κάθε άλλο παρά κλείνει την ευρύτερη συζήτηση — ή τις δικαστικές εκκρεμότητες — γύρω από το ζήτημα.

 

Meta, Snapchat και η μητρική του Snap, YouTube και Google, καθώς και TikTok και ByteDance, εξακολουθούν να βρίσκονται αντιμέτωπες με χιλιάδες αγωγές σε ομοσπονδιακά και πολιτειακά δικαστήρια, με τον ισχυρισμό ότι σχεδίασαν εν γνώσει τους χαρακτηριστικά ικανά να προκαλούν εθιστικές συμπεριφορές σε παιδιά και εφήβους και να επιβαρύνουν την ψυχική τους υγεία.

 

Υπάρχει, ωστόσο, και αντίθετη πίεση. Οι προσπάθειες ορισμένων αμερικανικών πολιτειών να περιορίσουν τη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από ανηλίκους έχουν συναντήσει αντιδράσεις από οργανώσεις που υπερασπίζονται την ελευθερία της έκφρασης.

 

Στην Αυστραλία, αντίστοιχα, ο νόμος που απαγορεύει στους κάτω των 16 ετών να διαθέτουν λογαριασμούς σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχει δεχθεί αμφισβητήσεις ακόμη και από τους ίδιους τους εφήβους.

 

Υπάρχει, τέλος, ένα ιστορικό προηγούμενο που υπενθυμίζει ότι ακόμη και οι θεαματικότεροι δικαστικοί συμβιβασμοί δεν μεταμορφώνουν απαραιτήτως έναν ολόκληρο κλάδο στον βαθμό που αρχικά αναμένεται.

 

Το 1998, η αμερικανική καπνοβιομηχανία συμφώνησε σε έναν διακανονισμό που προέβλεπε καταβολές άνω των 200 δισ. δολαρίων σε βάθος 25 ετών. Παρά το τεράστιο οικονομικό πλήγμα, ο κλάδος επιβίωσε, μεταξύ άλλων μεταφέροντας μεγαλύτερο μέρος των πωλήσεών του στις διεθνείς αγορές.

 

Ο Μάθιου Λόρενς, καθηγητής στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Έμορι, σημειώνει ότι η ιστορία τέτοιων διακανονισμών στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι τελικά μάλλον «απογοητευτική».

 

«Μπορούμε να περιορίσουμε τη βλάβη που προκαλούν βιομηχανίες οι οποίες εκμεταλλεύονται τον εθισμό, αλλά μέχρι σήμερα δεν έχουμε σημειώσει ιδιαίτερη επιτυχία στην εξεύρεση τρόπων για να εξαλείψουμε αυτή τη βλάβη», επισημαίνει.

 

Κάπως έτσι, ο συμβιβασμός των 16,68 δισ. δολαρίων απαντά στο οικονομικό ερώτημα της συγκεκριμένης δίκης, όχι όμως και στο πολύ μεγαλύτερο ερώτημα που βρίσκεται πίσω από αυτήν.

 

Η πραγματική σημασία της αναμέτρησης της Meta με τις αμερικανικές αρχές θα κριθεί τελικά από το εάν αυτή η συμφωνία – και οι χιλιάδες υποθέσεις που εξακολουθούν να εκκρεμούν – θα οδηγήσουν σε βαθύτερες αλλαγές στον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζονται οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης και, κατ’ επέκταση, στο επιχειρηματικό μοντέλο που μετατρέπει την ανθρώπινη προσοχή σε διαφημιστικά έσοδα.

 

 

 

Δημοσίευση σχολίου

Νεότερη Παλαιότερη