Η προσπάθεια της Ελλάδας να προσελκύσει ξανά στη χώρα κορυφαίους επιστήμονες, μετά το τραύμα της οικονομικής κρίσης, φαίνεται να έχει «παγώσει», καθώς ένα φιλόδοξο πρόγραμμα για την αντιστροφή του braindrain κατέληξε σε φιάσκο.
Μια ομάδα καθηγητών που ήλπιζαν να προσελκύσουν πίσω στην
Ελλάδα νέους ερευνητές μέσω ενός πολυδιαφημισμένου προγράμματος,
χρηματοδοτούμενου με ευρωπαϊκά κονδύλια, δηλώνουν πλέον ότι αισθάνονται
προδομένοι. Περίμεναν επί χρόνια για την υλοποίησή του και τελικά ενημερώθηκαν
ότι το πρόγραμμα δεν πρόκειται να προχωρήσει, αναφέρει σε ρεπορτάζ του το
Politico.
Όπως υποστηρίζουν, μάλιστα, κανείς από την κυβέρνηση δεν
μπήκε στον κόπο να τους ενημερώσει ότι το σχέδιο είχε ουσιαστικά εγκαταλειφθεί.
«Όλη αυτή η συζήτηση για το braingain δεν είναι απλώς ένα
αστείο· είναι ένα τεράστιο βήμα προς τα πίσω», δήλωσε ο Αριστείδης Χατζής,
καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. «Κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης,
υπήρχε ένας τομέας στον οποίο επενδύονταν χρήματα: η έρευνα, καθώς η ΕΕ έδινε
προτεραιότητα σε αυτόν. Τώρα δεν υπάρχει τίποτα· βρίσκεται στον πάτο της λίστας
των προτεραιοτήτων — πρόκειται για πλήρη εγκατάλειψη».
Υπολογίζεται ότι περίπου 500.000 άνθρωποι έφυγαν από την
Ελλάδα κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, η οποία ξεκίνησε το 2008,
συρρικνώνοντας την οικονομία της χώρας κατά περίπου ένα τέταρτο και
εκτοξεύοντας την ανεργία στο 28%.
Η Ελλάδα είχε γνωρίσει και στο παρελθόν μαζικά κύματα
μετανάστευσης, μεταξύ άλλων και τις δεκαετίες που ακολούθησαν τον Β’ Παγκόσμιο
Πόλεμο. Αυτή τη φορά, όμως, το κύμα φυγής αφορούσε σε μεγάλο βαθμό πολίτες με
υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης και εξειδικευμένες δεξιότητες.
Η προσπάθεια για αντιστροφή του braindrain
Η πρωτοβουλία «BrainRegain» της συντηρητικής κυβέρνησης
της Νέας Δημοκρατίας έχει στόχο να αντιστρέψει τη μαζική έξοδο επιστημόνων και
επαγγελματιών. Περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, φορολογική απαλλαγή 50% επί του
εισοδήματος για επτά χρόνια, ενώ επεκτείνεται και σε θέσεις υψηλής εξειδίκευσης
στον δημόσιο τομέα.
Συνολικά, πάντως, η κατάσταση έχει βελτιωθεί σε σχέση με
την περίοδο της κρίσης.
Σύμφωνα με την έρευνα του ΟΟΣΑ «Diaspora Review Greece»,
από το 2021 καταγράφεται σταθερή αύξηση του αριθμού των Ελλήνων που επιστρέφουν
στη χώρα. Το 2023 αποτέλεσε χρονιά-ορόσημο, καθώς για πρώτη φορά από την έναρξη
της κρίσης περισσότεροι άνθρωποι επέστρεψαν στην Ελλάδα απ’ όσους έφυγαν.
Συγκεκριμένα, την περίοδο 2023-2024 έφυγαν από τη χώρα 69.000 Έλληνες, ενώ
επέστρεψαν 98.000.
Όταν, όμως, πρόκειται για επιστήμονες, το πρόβλημα
παραμένει σημαντικό.
Το «TrustyourStars» που δεν προχώρησε
Στο επίκεντρο της οργής πολλών ερευνητών και επιστημόνων
βρίσκεται το κυβερνητικό πρόγραμμα «TrustyourStars», ύψους 80 εκατ. ευρώ, το
οποίο επρόκειτο να χρηματοδοτηθεί από πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και
Ανθεκτικότητας της ΕΕ.
Οι ερευνητικές ομάδες κλήθηκαν να καταθέσουν προτάσεις
και από συνολικά 1.241 υποβολές επιλέχθηκαν 145. Έπειτα από 13 μήνες και μετά
από σειρά διαμαρτυριών για την καθυστέρηση, ο κατάλογος των επιλεγμένων
προτάσεων δημοσιεύθηκε τελικά στις 22 Ιουλίου 2025.
Από εκείνο το σημείο, όμως, τα πράγματα άρχισαν να
καταρρέουν.
Όσοι δεν επιλέχθηκαν για χρηματοδότηση αντέδρασαν έντονα,
με 203 ενστάσεις να κατατίθενται και αιτήματα για επανεξέταση. Επιστήμονες
εξέφρασαν ανησυχίες για την ίδια τη διαδικασία αξιολόγησης, ενώ ορισμένοι
προσέφυγαν ακόμη και στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.
Τον Ιανουάριο του 2026, το υπουργείο Ανάπτυξης ανακοίνωσε
ότι είχαν ήδη καταβληθεί περίπου 40 εκατ. ευρώ και ότι το υπόλοιπο μισό του
προϋπολογισμού του προγράμματος προοριζόταν να ολοκληρωθεί έως τις 31
Δεκεμβρίου 2029.
Οι αντιδράσεις, ωστόσο, όχι μόνο δεν σταμάτησαν, αλλά
εντάθηκαν. Ορισμένοι από τους ερευνητές των οποίων οι προτάσεις είχαν επιλεγεί
έστειλαν εξώδικα στο υπουργείο Παιδείας, ζητώντας στοιχεία για το πού είχαν
διατεθεί τα χρήματα, καθώς το πρόγραμμα δεν είχε ακόμη ξεκινήσει.
Και τότε ήρθε η τελική απόφαση που έλεγε ότι το
«TrustyourStars» δεν θα λάμβανε τελικά τα ευρωπαϊκά κονδύλια.
Σε ανακοίνωσή του τον Μάιο, το υπουργείο Παιδείας ανέφερε
ότι το υπουργείο Οικονομικών αποφάσισε να «αφαιρέσει το έργο κατά την
αναθεώρηση του ελληνικού Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας».
Αργότερα αποκαλύφθηκε ότι την ίδια ημέρα που δημοσιεύθηκε
επίσημα ο κατάλογος των επιλεγμένων προτάσεων, η κυβέρνηση είχε επίσης
αφαιρέσει το πρόγραμμα από το σχέδιο. Οι υποψήφιοι, ωστόσο, δεν ενημερώθηκαν
για την εξέλιξη αυτή επί δέκα μήνες.
«Τελικά δεν κατέστη δυνατή η υλοποίηση του έργου
“TrustyourStars” εντός του χρονικού πλαισίου που είχε οριστεί από το Ταμείο
Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας», ανέφερε αξιωματούχος του υπουργείου Παιδείας.
«Για τον λόγο αυτό, το έργο αφαιρέθηκε στο πλαίσιο της
αναθεώρησης του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας από το Συμβούλιο
της Ευρωπαϊκής Ένωσης», πρόσθεσε.
Σύμφωνα με τον ίδιο αξιωματούχο, τα κονδύλια που
συνδέονταν με τις συγκεκριμένες δράσεις ανακατευθύνθηκαν για τη χρηματοδότηση
άλλων δράσεων του Ταμείου Ανάκαμψης και του υπουργείου Παιδείας. «Κατά
συνέπεια, σε καμία περίπτωση δεν υπήρξε απώλεια πόρων από το Ταμείο Ανάκαμψης»,
σημείωσε.
«Κατακερματισμένες» ελπίδες
Στις 15 Ιουλίου, το υπουργείο Οικονομικών ανακοίνωσε ότι
προσπαθεί να εξασφαλίσει χρηματοδότηση «για την κάλυψη τυχόν εκκρεμών
οικονομικών υποχρεώσεων που προκύπτουν από νομικές δεσμεύσεις οι οποίες
αναλήφθηκαν κατά τον χρόνο ανάκλησης του προγράμματος».
Η ανακοίνωση αναζωπύρωσε τις ελπίδες ότι θα βρεθεί λύση,
αναφέρει το Politico. Ο Αριστείδης Χατζής, ωστόσο, υποστηρίζει ότι πρόκειται
ουσιαστικά για έναν νομικό ελιγμό, καθώς το υπουργείο Παιδείας δεν έχει νομική
δέσμευση από τη στιγμή που δεν υπογράφηκαν συμβάσεις μετά την αρχική ανακοίνωση
των επιλεγμένων προτάσεων.
«Αυτό που συνέβη παραβιάζει μια θεμελιώδη αρχή, ιερή για
τα κράτη δικαίου, την αρχή της εμπιστοσύνης, δηλαδή την εμπιστοσύνη του πολίτη
προς το κράτος», δήλωσε.
«Μπορεί να μην υπάρχει συμβατική ευθύνη, καθώς δεν
υπογράψαμε συμφωνία, όμως υπάρχει πολιτική, ηθική και ακόμη και νομική
υποχρέωση. Πολλοί νέοι άνθρωποι απέρριψαν άλλες προτάσεις ή δεν ανέλαβαν θέσεις
εργασίας αλλού, επειδή περίμεναν ότι θα χρηματοδοτούνταν μέσω του
προγράμματος», πρόσθεσε.
Ο Χατζής υποστήριξε ακόμη ότι ο τρόπος με τον οποίο
χειρίστηκε η κυβέρνηση την υπόθεση κατάφερε να στρέψει εναντίον της ολόκληρη
την επιστημονική κοινότητα — τόσο εκείνους που είχαν επιλεγεί όσο και εκείνους
που δεν είχαν επιλεγεί.
«Αν είσαι νέος επιστήμονας και βρίσκεσαι στο εξωτερικό,
μείνε εκεί! Αν είσαι νέος επιστήμονας και σκέφτεσαι να φύγεις στο εξωτερικό,
κάν’ το. Μην περιμένεις ούτε λεπτό!» έγραψε σε εκτενή ανάρτησή του στα μέσα
κοινωνικής δικτύωσης.
Ο Παντελής Κάμμος, αναπληρωτής καθηγητής στο Οικονομικό
Πανεπιστήμιο Αθηνών και συνεπικεφαλής μίας από τις ομάδες των οποίων η πρόταση
είχε επιλεγεί, χαρακτήρισε το πρόγραμμα «ένα προδιαγεγραμμένο φιάσκο».
«Η αντίληψη μέσα στην επιστημονική κοινότητα ήταν ότι
επρόκειτο για ευρωπαϊκά χρήματα και ότι αυτά θα μπορούσαν να διανεμηθούν
βιαστικά, μέσω μη διαφανών διαδικασιών. Υπήρχε ένα αίσθημα δυσπιστίας, επειδή
επρόκειτο για ένα έκτακτο, εφάπαξ πρόγραμμα», ανέφερε.
«Το υπουργείο δεν διέθετε ένα οργανωμένο πλαίσιο
αξιολόγησης, οι αντιδράσεις της ακαδημαϊκής κοινότητας βασίζονταν σε αυτές τις
γνωστές αδυναμίες και τα μέσα ενημέρωσης που επιδιώκουν να αντιπολιτευθούν την
κυβέρνηση αξιοποίησαν την υπόθεση. Ήταν η τέλεια καταιγίδα και έτσι η κυβέρνηση
αποφάσισε να υπαναχωρήσει και να ακυρώσει το πρόγραμμα», πρόσθεσε.
«Δεν υπήρξε σοβαρή πολιτική για την επιστροφή των
επιστημόνων»
Ο Πέτρος Μπούρας-Βαλλιανάτος, αναπληρωτής καθηγητής
Ιστορίας της Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, είχε συγκροτήσει ομάδα 25 νέων
επιστημόνων με στόχο να επιστρέψουν στην Ελλάδα από χώρες όπως το Ηνωμένο
Βασίλειο και η Γερμανία, προκειμένου να μελετήσουν φάρμακα που χρησιμοποιούνταν
κατά τη βυζαντινή περίοδο και τα οποία θα μπορούσαν να αποτελέσουν έμπνευση για
νέες φαρμακευτικές παρασκευές.
Ευτυχώς, όπως ανέφερε, δεν είχαν προλάβει να ταξιδέψουν
στην Ελλάδα όταν το πρόγραμμα ακυρώθηκε.
«Το πιο προσβλητικό είναι ότι η κυβέρνηση δεν μπήκε ποτέ
στον κόπο να συναντηθεί μαζί μας ή να μας δώσει μια λογική εξήγηση για το τι
συνέβη», είπε, σημειώνοντας ότι ο χειρισμός της υπόθεσης δημιούργησε ακόμη
μεγαλύτερα προβλήματα στις σχέσεις της κυβέρνησης με την επιστημονική
κοινότητα.
Ο ίδιος επέστρεψε στην Ελλάδα το 2022, έπειτα από 15
χρόνια επαγγελματικής πορείας στο Εδιμβούργο, και, όπως λέει, δεν έχει
μετανιώσει για την απόφασή του, καθώς ήθελε να μεγαλώσει τα παιδιά του στην
πατρίδα του.
Ωστόσο, υποστήριξε ότι, παρά το γεγονός πως πολλοί άλλοι
επιθυμούν να επιστρέψουν στην Ελλάδα, οι συνθήκες για να το κάνουν δεν έχουν
δημιουργηθεί. Κάποιοι επιστρέφουν, αλλά μόνο για συναισθηματικούς ή προσωπικούς
λόγους, όπως ανέφερε.
«Δεν υπήρξε σοβαρή πολιτική από το ελληνικό κράτος για να
επιστρέψουν οι επιστήμονές του» ανέφερε στο Politico.
Σύμφωνα με προκαταρκτικά στοιχεία, οι δαπάνες για την
έρευνα στην Ελλάδα μειώθηκαν το 2025 στα 1,27 δισ. ευρώ, ή στο 0,51% του ΑΕΠ,
από 1,30 δισ. ευρώ το 2024.
«Η χρηματοδότηση και οι χαμηλοί μισθοί αποτελούν μεγάλο
πρόβλημα», συνέχισε ο Μπούρας-Βαλλιανάτος. «Θα πρέπει να δημιουργηθεί ένας
ανεξάρτητος φορέας, ο οποίος θα κατανέμει τα κονδύλια για την έρευνα και θα
ακολουθεί διεθνή πρότυπα όσον αφορά την αξιολόγηση. Είμαστε μια μικρή χώρα·
γνωριζόμαστε όλοι μεταξύ μας, επομένως ένα μεγάλο μέρος των αξιολογητών θα
πρέπει να προέρχεται από το εξωτερικό».
