Η στενή σχέση ανάμεσα στην καρδιαγγειακή υγεία και την υγεία του εγκεφάλου είναι γνωστή εδώ και χρόνια – ό,τι προστατεύει την καρδιά και τα αγγεία φαίνεται, σε μεγάλο βαθμό, να λειτουργεί προστατευτικά και για τις γνωστικές μας λειτουργίες.
Μια νέα μακροχρόνια μελέτη που δημοσιεύει η εφημερίδα The Washington Post έρχεται τώρα να αποτυπώσει αυτή τη σχέση με έναν ιδιαίτερα εντυπωσιακό τρόπο.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, άνθρωποι που φτάνουν στη μέση ηλικία χωρίς τρεις σημαντικούς αγγειακούς παράγοντες κινδύνου – υψηλή αρτηριακή πίεση, διαβήτη και κάπνισμα – μπορεί να ζουν περίπου 13 περισσότερα χρόνια χωρίς άνοια σε σύγκριση με όσους έχουν και τους τρεις.
Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Neurology Open Access, εξέτασε πώς η κατάσταση της καρδιαγγειακής υγείας στη μέση ηλικία συνδέεται τόσο με την ηλικία εμφάνισης άνοιας όσο και με τον κίνδυνο θανάτου από άλλα αίτια.
Όπως εξηγεί ο επικεφαλής ερευνητής της μελέτης, Τζόζεφ Κόρες, ιδρυτικός διευθυντής του Optimal Aging Institute στο NYU Langone, τα αποτελέσματα αναδεικνύουν τη σημασία της πρόληψης ήδη από τη μέση ηλικία: η καλή υγεία των αγγείων φαίνεται να μεταφράζεται σε περισσότερα χρόνια ζωής κατά τα οποία ο εγκέφαλος παραμένει λειτουργικός και χωρίς άνοια.
Τριάντα χρόνια παρακολούθησης περισσότερων από 12.000 ανθρώπων
Οι επιστήμονες παρακολούθησαν περισσότερους από 12.400 ανθρώπους, με μέση ηλικία τα 56 χρόνια κατά την έναρξη της έρευνας. Κανένας δεν είχε άνοια όταν εντάχθηκε στη μελέτη.
Οι ερευνητές επικεντρώθηκαν σε τρεις συγκεκριμένους παράγοντες – εάν οι συμμετέχοντες είχαν υπέρταση, εάν έπασχαν από διαβήτη και εάν κάπνιζαν εκείνη την περίοδο.
Στη συνέχεια, τους παρακολούθησαν για περίπου τρεις δεκαετίες.
Κατά διαστήματα πραγματοποιούνταν γνωστικά τεστ, είτε διά ζώσης είτε τηλεφωνικά, ενώ αξιοποιήθηκαν και ιατρικά αρχεία προκειμένου να διαπιστωθεί ποιοι εμφάνισαν άνοια και ποιοι πέθαναν χωρίς να έχουν προηγουμένως αναπτύξει τη νόσο.
Η διαφορά που καταγράφηκε ήταν μεγάλη. Όσοι δεν είχαν κανέναν από τους τρεις παράγοντες κινδύνου έζησαν κατά μέσο όρο 30,1 χρόνια χωρίς άνοια.
Αντίθετα, για εκείνους που είχαν και τους τρεις, το αντίστοιχο διάστημα περιορίστηκε στα 17,5 χρόνια – μια απόσταση περίπου 12,6 ετών.
Κάθε επιπλέον παράγοντας κινδύνου συνδέθηκε με περίπου τέσσερα λιγότερα χρόνια χωρίς άνοια
Προηγούμενες έρευνες είχαν ήδη συνδέσει την κακή καρδιαγγειακή υγεία στη μέση ηλικία με αυξημένο κίνδυνο άνοιας. Η νέα μελέτη, ωστόσο, επιχειρεί να δείξει με πιο απτό τρόπο τι μπορεί να σημαίνει αυτό στην πορεία της ζωής ενός ανθρώπου.
Η εικόνα που προέκυψε ήταν κλιμακωτή – όσο περισσότεροι ήταν οι παράγοντες κινδύνου στη μέση ηλικία, τόσο λιγότερα ήταν τα χρόνια ζωής χωρίς γνωστικά προβλήματα.
Σύμφωνα με τον Κόρες, κάθε ένας επιπλέον παράγοντας – υπέρταση, διαβήτης ή κάπνισμα – συνδεόταν με περίπου τέσσερα λιγότερα χρόνια επιβίωσης χωρίς άνοια. Οι άνθρωποι με έναν παράγοντα κινδύνου έζησαν κατά μέσο όρο 26,3 χρόνια χωρίς άνοια, εκείνοι με δύο περίπου 21 χρόνια και όσοι είχαν και τους τρεις 17,5 χρόνια.
Η διαφορά αυτή δεν οφείλεται αποκλειστικά στην πρωιμότερη εμφάνιση άνοιας. Οι συγκεκριμένοι καρδιαγγειακοί παράγοντες αυξάνουν επίσης την πιθανότητα πρόωρου θανάτου από άλλες αιτίες, όπως ένα έμφραγμα ή ένα εγκεφαλικό επεισόδιο.
Αυτό ακριβώς επιχειρεί να αποτυπώσει η έννοια της «επιβίωσης χωρίς άνοια» που χρησιμοποίησαν οι ερευνητές: όχι απλώς πόσα χρόνια ζει κάποιος, αλλά πόσα από αυτά τα χρόνια τα ζει χωρίς να έχει αναπτύξει άνοια.
Όπως το θέτει χαρακτηριστικά η Χέδερ Γουίτσον, διευθύντρια του Duke Center for the Study of Aging and Human Development, η οποία δεν συμμετείχε στη μελέτη: «Ναι, οι άνθρωποι θέλουν να ζήσουν περισσότερο, αλλά κανείς δεν θέλει να ζήσει περισσότερο από τον εγκέφαλό του».
Η σχέση μεταξύ αγγειακών παραγόντων κινδύνου και λιγότερων ετών χωρίς άνοια εμφανίστηκε σε όλες τις ομάδες που εξετάστηκαν.
Ωστόσο, οι μαύροι συμμετέχοντες είχαν σταθερά λιγότερα χρόνια ζωής χωρίς άνοια σε σύγκριση με τους λευκούς, ενώ οι γυναίκες περισσότερα από τους άνδρες.
Σύμφωνα με τους ερευνητές, αυτό υποδηλώνει ότι τα οφέλη της έγκαιρης παρέμβασης ενδέχεται να είναι ακόμη μεγαλύτερα για ορισμένες πληθυσμιακές ομάδες.
Τι μπορεί να εξηγεί τη σχέση καρδιάς και εγκεφάλου
Η μελέτη είναι παρατηρητική και, επομένως, δεν μπορεί να αποδείξει ότι η αποφυγή της υπέρτασης, του διαβήτη και του καπνίσματος είναι αυτή που προκαλεί την καθυστέρηση της άνοιας.
Μπορεί να δείξει μόνο ότι υπάρχει ισχυρή συσχέτιση ανάμεσα στην απουσία αυτών των παραγόντων και στα περισσότερα χρόνια ζωής χωρίς τη νόσο.
Υπάρχει και ένας ακόμη περιορισμός – οι παράγοντες κινδύνου καταγράφηκαν σε μία συγκεκριμένη χρονική στιγμή.
Έτσι, οι επιστήμονες δεν μπόρεσαν να αποτυπώσουν τι συμβαίνει όταν η κατάσταση ενός ανθρώπου αλλάζει αργότερα – για παράδειγμα, εάν κάποιος αρχίσει ή διακόψει το κάπνισμα ή εάν καταφέρει να ελέγξει καλύτερα την αρτηριακή πίεση ή τον διαβήτη του.
Παρότι η συγκεκριμένη έρευνα δεν σχεδιάστηκε για να αποκαλύψει τους βιολογικούς μηχανισμούς πίσω από τη σύνδεση, οι επιστήμονες διαθέτουν αρκετές πιθανές εξηγήσεις.
Και οι τρεις παράγοντες μπορούν να προκαλέσουν βλάβες στα αιμοφόρα αγγεία. Όταν επηρεάζονται τα μικρά αγγεία του εγκεφάλου, μειώνεται η αποτελεσματικότητα με την οποία φτάνουν σε αυτόν απαραίτητα θρεπτικά συστατικά και απομακρύνονται άχρηστες ή επιβλαβείς ουσίες.
«Ο εγκέφαλος χρειάζεται καλή παροχή οξυγόνου και γλυκόζης σε κάθε περιοχή του για να λειτουργεί», εξηγεί ο Κόρες. Μια σοβαρότερη διακοπή της αιμάτωσης, όπως εκείνη που προκαλεί ένα εγκεφαλικό επεισόδιο, μπορεί επίσης να αυξήσει σημαντικά τον κίνδυνο άνοιας.
Στην εξίσωση προστίθεται και η φλεγμονή. Όταν προκαλείται αγγειακή βλάβη, ο οργανισμός ενεργοποιεί φλεγμονώδεις μηχανισμούς προκειμένου να την επιδιορθώσει. Η διαδικασία αυτή, όμως, μπορεί να συνοδεύεται από ανεπαρκή επούλωση, δημιουργία αθηρωματικών πλακών και περαιτέρω φλεγμονή, με πιθανές συνέπειες και για τον εγκέφαλο.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον Κόρες, οι αγγειακές παθήσεις ενδέχεται να ευνοούν τη συσσώρευση πρωτεϊνών που συνδέονται με τη νόσο Αλτσχάιμερ, όπως το αμυλοειδές, προσθέτοντας ακόμη έναν παράγοντα επιβάρυνσης.
Με άλλα λόγια, ο έλεγχος της αρτηριακής πίεσης και του σακχάρου και η αποφυγή του καπνίσματος μπορεί να συμβάλλουν στο να μη δημιουργηθεί εξαρχής αυτή η αλυσίδα επιβαρυντικών μεταβολών.
Η πρόληψη αρχίζει πριν από τη μέση ηλικία
Ιδανικά, σύμφωνα με τον Κόρες, στόχος δεν είναι απλώς η αντιμετώπιση της υπέρτασης και του διαβήτη τύπου 2 αφού εμφανιστούν, αλλά η πρόληψη ή η όσο το δυνατόν μεγαλύτερη καθυστέρηση της εμφάνισής τους – και φυσικά η αποφυγή του καπνίσματος.
Αυτό σημαίνει ότι η φροντίδα της καρδιαγγειακής υγείας καλό είναι να αρχίζει πολύ πριν από τη μέση ηλικία.
Μεταξύ των βασικών συνηθειών που προτείνονται είναι μια διατροφή πλούσια σε μη επεξεργασμένες φυτικές τροφές και η τακτική σωματική δραστηριότητα, με περίπου 2,5 ώρες μέτριας έντασης άσκηση ή 75 λεπτά έντονης άσκησης την εβδομάδα.
Υπάρχουν μάλιστα ενδείξεις ότι οι αλλαγές στον τρόπο ζωής μπορούν να ωφελήσουν τον εγκέφαλο ακόμη και όταν γίνονται αργότερα.
Όπως επισημαίνει η Γουίτσον, μεγάλη κλινική δοκιμή έδειξε ότι παρεμβάσεις στον τρόπο ζωής, μεταξύ άλλων στη διατροφή και την άσκηση, μπορούν να βελτιώσουν τις γνωστικές λειτουργίες ανθρώπων που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο άνοιας.
Και για όσους έχουν ήδη έναν ή περισσότερους από τους συγκεκριμένους παράγοντες κινδύνου, ιδιαίτερα όταν βρίσκονται ή πλησιάζουν στη μέση ηλικία, οι διαθέσιμες επιλογές αντιμετώπισης είναι σήμερα περισσότερες από ό,τι πριν από μία δεκαετία.
Στη διακοπή του καπνίσματος, για παράδειγμα, υπάρχουν πλέον ψηφιακά προγράμματα υποστήριξης μέσω μηνυμάτων και διαφορετικές μορφές θεραπείας υποκατάστασης νικοτίνης.
Στον διαβήτη και στη διαχείριση του σωματικού βάρους, τα φάρμακα της κατηγορίας GLP-1 έχουν αλλάξει σημαντικά το θεραπευτικό τοπίο, ενώ υπάρχουν πρώιμες έρευνες που εξετάζουν κατά πόσο μπορεί να βοηθούν ακόμη και στη διακοπή του καπνίσματος.
Γι’ αυτό και, όπως τονίζεται, αξίζει η συζήτηση με τον γιατρό να ξεκινά – ή να ξεκινά ξανά – ώστε να επιλέγεται η κατάλληλη στρατηγική μείωσης του κινδύνου για κάθε άνθρωπο.
Το σημαντικότερο μήνυμα της νέας έρευνας είναι ότι η υγεία του εγκεφάλου σε μεγαλύτερη ηλικία δεν είναι απαραίτητα ανεξάρτητη από τις επιλογές και την κατάσταση της υγείας μας δεκαετίες νωρίτερα. Η αλλαγή του καρδιαγγειακού προφίλ κινδύνου ακόμη και στα 50 ή στα 60 μπορεί να έχει σημασία για το πώς θα γεράσει ο εγκέφαλος.
«Πολλοί από εμάς πιστεύουμε πραγματικά ότι η καλύτερη ευκαιρία που έχουμε να νικήσουμε την άνοια, η οποία εδώ και πολύ καιρό αποτελεί τεράστια πρόκληση για την επιστήμη, είναι να ξεκινήσουμε νωρίς», καταλήγει η Γουίτσον.
