Παύλος Νεράντζης / Ο Τραμπ φιμώνει τον Τύπο και υπονομεύει τη Δημοκρατία


Παύλος Νεράντζης

Η απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να αφαιρέσει τις διαπιστεύσεις δημοσιογράφων από κορυφαίους ειδησεογραφικούς οργανισμούς, όπως το CNN, το MS NOW και το Politico, δεν είναι απλά μια εκδικητική ενέργεια εναντίον των αμερικανικών Μέσων.

 

Είναι μια ευθεία παραβίαση της Πρώτης Τροπολογίας του αμερικανικού Συντάγματος, στέλνοντας την ελευθερία του Τύπου στο απόσπασμα.

 

Είναι μια πρωτοφανής και επικίνδυνη κλιμάκωση στους δημοκρατικούς θεσμούς.

 

Ο στόχος του Τραμπ είναι προφανής όσο και ανησυχητικός. Να ελέγξει πλήρως τη ροή των πληροφοριών, να εξαλείψει κάθε κριτική φωνή, να επιβάλει μια βολική για τον ίδιο κατασκευασμένη πραγματικότητα.

 

Όταν μια διακυβέρνηση επιλέγει ποιους δημοσιογράφους θα επιτρέψει να κάνουν ερωτήσεις με κριτήριο τη νομιμοφροσύνη τους προς την εξουσία, παύει να λειτουργεί δημοκρατικά. Η τακτική αυτή δεν θυμίζει σε τίποτα την ηγέτιδα υποτίθεται δύναμη του ελεύθερου κόσμου. Αντιθέτως, παραπέμπει ευθέως σε απολυταρχικά και δικτατορικά καθεστώτα, όπου η δημοσιογραφία αντικαθίσταται από την κρατική προπαγάνδα και η διαφάνεια θεωρείται απειλή.

 

Η προκλητική εκκίνηση του Trump TV, ενός καναλιού αυτοπροβολής που επιχειρεί να σερβίρει φιλτραρισμένα στιγμιότυπα στο κοινό σε συνδυασμό με τις κυνικές δηλώσεις του αντιπροέρουΤζέι Ντι Βανς περί «ακροαριστερής προπαγάνδας», αποκαλύπτουν το μέγεθος του καθεστωτικού κατήφορου. Η απόπειρα να παρουσιαστεί ο αποκλεισμός των ΜΜΕ ως δήθεν διατήρηση της «ελευθερίας του λόγου» αποτελεί μνημείο υποκρισίας και διαστρέβλωσης της αλήθειας.

 

Η απάντηση, ωστόσο, από το σύνολο του δημοσιογραφικού κόσμου ήταν άμεση, ηχηρή και θα έλεγα σπάνια για τα αμερικανικά mainstream Μέσα, που με ελάχιστες εξαιρέσεις συνήθως υποστηρίζουν τις θέσεις του Λευκού Οίκου σε θέματα εξωτερικής πολιτικής. Η πρωτοφανής συσπείρωση των πέντε μεγάλων δικτύων (ABC, CBS, CNN, NBC, Fox) και η απόφασή τους να αναστείλουν την κάλυψη των προεδρικών δραστηριοτήτων, σε συνδυασμό με το μποϊκοτάζ από κορυφαία πρακτορεία και εφημερίδες, απέδειξαν ότι η δημοσιογραφική δεοντολογία δεν διαπραγματεύεται. Ακόμη και το ακραίο συντηρητικό FoxNews στάθηκε στο πλευρό των άλλων, αναγνωρίζοντας ότι η φίμωση ενός Μέσου συνιστά απειλή για όλους.

 

Ο αποκλεισμός της ενημέρωσης από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών και η εικόνα ενός προέδρου που μιλά σε βουβά μικρόφωνα αποκάλυψαν τη γελοιότητα του αυταρχισμού. Η προσφυγή των Μέσων στη Δικαιοσύνη δεν είναι απλώς μια νομική μάχη για τις διαπιστεύσεις.

 

Είναι ένας αγώνας περιφρούρησης των θεμελιωδών δικαιωμάτων των πολιτών, οι οποίοι έχουν το ζωτικό δικαίωμα στην ανεξάρτητη ενημέρωση. Ο Ντόναλντ Τραμπ επιδόθηκε σε ένα επικίνδυνο παιχνίδι εξουσίας, αλλά απέναντί του βρήκε ένα αδιαπέραστο τείχος δημοκρατικής αντίστασης.

 

Η τακτική αυτή δεν είναι άγνωστη στον αμερικανό πρόεδρο. Κατά την πρώτη θητεία του, το 2018, είχε αφαιρέσει τη διαπίστευση του δημοσιογράφου του CNN, Τζιμ Ακόστα. Η τότε δικαστική διαμάχη έληξε με βαριά ήττα του Λευκού Οίκου, καθώς η ομοσπονδιακή δικαιοσύνη υποχρέωσε την κυβέρνηση να αποκαταστήσει αμέσως την πρόσβαση του δημοσιογράφου, κρίνοντας ότι παραβιάστηκαν τα συνταγματικά δικαιώματα της ελευθεροτυπίας και της δίκαιης διαδικασίας.

 

Όπως δεν είναι και η πρώτη φορά που ο Λευκός Οίκος έρχεται σε σύγκρουση με τα αμερικανικά Μέσα. Στο παρελθόν, ο Ρίτσαρντ Νίξον είχε επίσης κηρύξει έναν σκιώδη «πόλεμο» κατά του Τύπου ειδικά κατά της Washington Post των Γούντγουορντ και Μπερνστάϊν. Ο Νίξον έβλεπε τον Τύπο ως «εχθρό» και προσπάθησε να χρησιμοποιήσει τις μυστικές υπηρεσίες και το κράτος για να παρεμποδίσει την έρευνα. Υπάρχει, όμως, μια ουσιαστική διαφορά. Ο Νίξον κινούνταν στο παρασκήνιο. Ο Τραμπ επιτίθεται δημόσια, απροκάλυπτα και καθεστωτικά.

 

Η υπόθεση του Αμπού Γκράιμπ (CBS, 60 Minutes II και ΣέιμουρΧερς) ήταν επίσης μια στιγμή που τα αμερικανικά Μέσα ορθώθηκαν απέναντι στην πολεμική μηχανή, αποκαλύπτοντας φρικτά βασανιστήρια. Η δημοσιογραφία αρνήθηκε να γίνει φερέφωνο της εξουσίας, προτάσσοντας την αλήθεια απέναντι στο αφήγημα της τότε κυβέρνησης Μπους. Στο Αμπού Γκράϊμπ η διαμάχη αφορούσε την αποκάλυψη ενός εγκλήματος πολέμου που Λευκός Οίκος και Πεντάγωνο προσπαθούσαν να αποσιωπήσουν. Σήμερα με τον Τραμπ, η διαμάχη δεν αφορά ένα μεμονωμένο γεγονός, αλλά την ίδια την πρόσβαση των δημοσιογράφων στην πηγή των ειδήσεων.

 

Κοντολογίς, η σημερινή κόντρα με τον Τραμπ είναι πρωτοφανής στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών. Είναι ένας υπαρξιακός πόλεμος. Ο αμερικανός πρόεδρος δεν προσπαθεί απλώς να καλύψει ένα σκάνδαλο ή μια αποτρόπαιη πράξη, αλλά επιχειρεί να καταργήσει τον ανεξάρτητο Τύπο -όσο μπορεί να είναι πλέον ανεξάρτητος από πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα- ως θεσμό της δημοκρατίας.

 

Τι μέλλει γενέσθαι τώρα; Η ιστορία φαίνεται πως θα επαναληφθεί στα δικαστήρια. Όλα δείχνουν ότι η δικαστική εξουσία θα μπλοκάρει εκ νέου τις αυθαίρετες απαγορεύσεις, καθώς το αμερικανικό Σύνταγμα προστατεύει αυστηρά την ελευθερία του Τύπου. Ωστόσο, η εκτίμηση για το μέλλον παραμένει ανησυχητική: ακόμα κι αν ο Τραμπ χάσει τη νομική μάχη, θα χρησιμοποιήσει την απόφαση για να ενισχύσει το αφήγημα περί «πολέμου από το κατεστημένο».

 

Η σύγκρουση δεν θα λήξει στις δικαστικές αίθουσες. Η απαξίωση της ανεξάρτητης δημοσιογραφίας θα συνεχιστεί, τραυματίζοντας ανεπανόρθωτα τον κοινωνικό ιστό και τους δημοκρατικούς θεσμούς στις Ηνωμένες Πολιτείες.

 

*Ο Παύλος Νεράντζης είναι δημοσιογράφος και παραγωγός ντοκιμαντέρ, διδάκτωρ του Τμήματος Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ του ΑΠΘ, συγγραφέας του βιβλίου «Η αλήθεια βομβαρδίζεται. Τα ΜΜΕ και ο πόλεμος με το βλέμμα ενός πολεμικού ανταποκριτή».

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Δημοσίευση σχολίου

Νεότερη Παλαιότερη