Γιάννης Μυλόπουλος / Τι κρύβει ο… πόλεμος για το οικονομικό πρόγραμμα της ΕΛ.Α.Σ.


Γιάννης Μυλόπουλος

Με αφορμή τη ΔΕΘ, είθισται πρωθυπουργός και πολιτικοί αρχηγοί να παρουσιάζουν στη Θεσσαλονίκη το οικονομικό τους πρόγραμμα. Φέτος ειδικά, που είναι η τελευταία ΔΕΘ πριν τις επόμενες βουλευτικές εκλογές, όλοι οι πολιτικοί αρχηγοί δράττονται της ευκαιρίας για να εξαγγείλουν το προεκλογικό τους πρόγραμμα, που συνήθως είναι πλήρες υποσχέσεων για παροχές προς τους πολίτες.

 

Η συνήθης αλληλοκατηγορίες μεταξύ των κομμάτων αφορούν στον χαρακτηρισμό των εξαγγελιών ως παροχολογία και λαϊκισμό καθώς, όπως ισχυρίζονται, οι υποσχέσεις είναι απραγματοποίητες, γιατί δεν είναι κοστολογημένες.

 

Επειδή η Ελλάδα έχει υποφέρει τόσο από ακοστολόγητες, όσο όμως και από κοστολογημένες υποσχέσεις που αμφότερες δεν τηρήθηκαν, αλλά και επειδή ο Αλέξης Τσίπρας υποσχέθηκε να στείλει το οικονομικό του πρόγραμμα στο Δημοσιονομικό Συμβούλιο για μια αντικειμενική κοστολόγηση, απαντώντας στις μαξιμαλιστικές εκτιμήσεις της κυβέρνησης που το έβγαλαν μη πραγματοποιήσιμο πριν ακόμη ανακοινωθούν όλες οι πλευρές και οι τεχνικές του λεπτομέρειες, ας δούμε τι ήταν αυτό που αναστάτωσε το πολιτικό σύστημα με το πρόγραμμα αυτό.

 

Είναι σαφές ότι αυτό που ενοχλεί μέχρις απελπισίας την κυβέρνηση Μητσοτάκη και τα υπόλοιπα κόμματα της δεξιάς, είναι ότι ο Αλέξης Τσίπρας αποδεικνύει με την αλλαγή πολιτικής που προτείνει, την οποία θωρακίζει μάλιστα και με νούμερα και αριθμούς, ότι υπάρχει κι άλλος δρόμος.

 

Το τρίπτυχο «μεγαλύτερη παραγωγή, δικαιότερη κατανομή, καλύτερη ζωή» που προτείνει, είναι μια απολύτως ρεαλιστική και εφικτή πολιτική η οποία επιπλέον είναι και διεθνώς αποδεκτή. Καθώς αποτελεί το συγκριτικό πλεονέκτημα των κομμάτων του δημοκρατικού σοσιαλισμού και της αριστεράς.

 

Η αύξηση του πλούτου, σύμφωνα με το οικονομικό πρόγραμμα που παρουσίασε ο Αλέξης Τσίπρας, είναι απολύτως τεκμηριωμένη, καθώς θα επιτευχθεί, όπως εξήγησε, μέσα από μια γενναία παραγωγική ανασυγκρότηση. Η οποία:

 

    Θα ανασυντάξει τον πρωτογενή τομέα της οικονομίας μετά από τα πλήγματα που δέχθηκε από τη διαφθορά του ΟΠΕΚΕΠΕ και από την κρατική αδιαφορία της μη προληπτικής αντιμετώπισης των ζωονόσων, αλλά και μέσα από την ομηρία στην οποία βρίσκονται οι αγρότες από τα καρτέλ των προμηθευτών και των εμπόρων της παραγωγής τους

    Θα ανασυγκροτήσει τον ενεργειακό τομέα της πράσινης ανάπτυξης κατά τρόπο που θα μεταφέρει τα δις του κέρδους από το ενεργειακό καρτέλ που σήμερα τα απορροφά κατ’ αποκλειστικότητα, στις ενεργειακές κοινότητες και στις τοπικές κοινωνίες

    Θα επαναφέρει τον τομέα του υπερτουρισμού εντός ορίων της φέρουσας ικανότητας της ελληνικής φύσης, που στα νησιά και στην ακτογραμμή βουλιάζει από τον υπερπληθυσμό, την απουσία υποδομών, την αστικοποίηση, την εξάντληση των υδατικών αποθεμάτων και τις ιδιωτικοποιήσεις των οικοσυστημάτων, όπως δασών και ακτών

    Θα προσαρμόσει τη χώρα στις συνθήκες της κλιματικής αλλαγής, με σύγχρονα εγγειοβελτιωτικά και αντιπλημμυρικά έργα, με έργα διαχείρισης νερού με έμφαση στη διαχείριση της ζήτησης και όχι πλέον της αδιέξοδης διαχείρισης της προσφοράς, καθώς και με έργα και δράσεις πρόληψης των φυσικών καταστροφών, όπως οι δασικές πυρκαγιές

    Θα αναγεννήσει την ελληνική βιομηχανία μέσα από την παραγωγή καινοτομικών προϊόντων και τεχνολογιών αιχμής, επενδύοντας στην Παιδεία και στην έρευνα, όπου είμαστε ουραγοί στην Ευρωπαϊκή Ένωση

 

Η αύξηση του εθνικού πλούτου, σε συνδυασμό με τη φορολόγηση του 1% των πιο πλούσιων Ελλήνων με το  1% του πλούτου τους, θα δώσει τη δυνατότητα στήριξης του κοινωνικού κράτους που απαξιώθηκε τα τελευταία 7 χρόνια. Η γενναία χρηματοδότηση της Υγείας με 2,1 δις ευρώ και της Παιδείας με 1,4 δις ευρώ δίνει τον κοινωνικό τόνο στο πρόγραμμα Τσίπρα που ενοχλεί την κυβέρνηση Μητσοτάκη περισσότερο από όλα. Γιατί καταλαβαίνουν πόσο θετικά θα ακουστεί από την πληττόμενη ελληνική κοινωνία.

 

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη στήριξε τόσα χρόνια τη νεοφιλελεύθερη πολιτική της στην υπερφορολόγηση, με έμμεσους φόρους, εξ ίσου των οικονομικά προνομιούχων και των φτωχών, ενισχύοντας έτσι την οικονομική ολιγαρχία και καταδικάζοντας στη φτώχεια τη συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού.

 

Δεν είναι τυχαίες οι τελευταίες θέσεις της Ελλάδας, σύμφωνα με τη Eurostat, στην αγοραστική δύναμη των μισθών, στη φτώχεια και στην ακρίβεια των προϊόντων.

 

Με τους αυξημένους έμμεσους φόρους, που συντηρούν την ακρίβεια και κρατούν χαμηλά την αγοραστική δύναμη των εργαζομένων, η κυβέρνηση Μητσοτάκη χρηματοδοτεί μια ολιγαρχία του πλούτου και συντηρεί τα προνόμια μιας επιχειρηματικής ελίτ στην οποία δίνει έργα και προμήθειες ύψους πολλών δις με απευθείας αναθέσεις.

 

Κι ακόμη, η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν φορολογεί τα δισ. των υπερκερδών του καρτέλ των τραπεζών, των ενεργειακών κολοσσών και της εργολαβικής ελίτ που στηρίζει και που τη στηρίζουν κι αυτοί με τη σειρά τους.

 

Με δυο λόγια η «ανάπτυξη» την οποία επικαλείται η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν είναι μια ανάπτυξη που διαχέεται στους πολλούς, αλλά αφορά σε μια μικρή μειοψηφία «φίλων» της κυβέρνησης.

 

Κι από την άλλη μεριά, αυτή η «ανάπτυξη» του πλούτου της οικονομικής ολιγαρχίας δεν χρηματοδοτείται από ιδιωτικές επενδύσεις, όπως προβλέπει η δική τους ιδεολογία, το οικονομικού φιλελευθερισμού, αλλά χρηματοδοτείται με δημόσιο χρήμα, μέσω της υπερφορολόγησης της μεγάλης πλειοψηφίας των πολιτών.

 

Εκεί βρίσκεται η ουσία της αντιπαράθεσης μεταξύ κυβέρνησης ΝΔ και ΕΛΑΣ.

 

Η κυβέρνηση προσπαθεί να αποδείξει ότι το πρόγραμμα της ΕΛΑΣ είναι μη υλοποιήσιμο, γιατί φοβάται ότι αν δεν συμβεί αυτό, ο ελληνικός λαός θα διαπιστώσει το ψέμα στο οποίο στήριξε η κυβέρνηση Μητσοτάκη την πολιτική της υπεροχή.

 

Θα διαπιστωθεί, δηλαδή, η αναλήθεια του ισχυρισμού ότι η νεοφιλελεύθερη πολιτική είναι μονόδρομος.

 

Το οικονομικό πρόγραμμα της ΕΛΑΣ, με τον τεκμηριωμένο και κοστολογημένο τρόπο που παρουσιάστηκε, αποδεικνύει ότι υπάρχει και άλλος δρόμος.

 

Και είναι ο δρόμος της αύξησης του πλούτου για τους πολλούς και της αναδιανομής του εισοδήματος των λίγων για την ανασύνταξη του κοινωνικού κράτους.

 

Με το πρόγραμμα αυτό καταρρέει, δηλαδή, αυτό που υποστηρίζει η κυβέρνηση Μητσοτάκη, όπως και οι νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις σε όλον τον κόσμο, όταν αποκαλούν λαϊκισμό κάθε πολιτική αντίθετη με τη δική τους.

 

Οι κοινωνικές παροχές δεν συνιστούν πάντοτε και υποχρεωτικά λαϊκισμό. Συνιστούν λαϊκισμό όταν χαϊδεύουν τα αφτιά των πολιτών με δημαγωγικές διακηρύξεις, με ψέματα και με ισχυρές δόσεις κοινωνικής αδικίας.

 

    Λαϊκισμός είναι, για παράδειγμα, μια κυβέρνηση να ψεύδεται ότι δήθεν δεν υπάρχει άλλη οδός από εκείνην της διανομής του εθνικού πλούτου στους λίγους και οικονομικά ισχυρούς.

    Λαϊκισμός είναι μια κυβέρνηση να κάνει αναδιανομή με προσωρινά και εφήμερα επιδόματα, κρατώντας ψηλά τους έμμεσους φόρους και χαμηλά τους μισθούς. Και συγχρόνως διαλύοντας τον σιδηρόδρομο, (δεν είναι τυχαίο ότι το Έγκλημα στα Τέμπη «έσκασε» στα χέρια της κυβέρνησης Μητσοτάκη), απαξιώνοντας τα δημόσια νοσοκομεία και ιδιωτικοποιώντας την Παιδεία.

    Λαϊκισμός είναι να θριαμβολογείς ότι παρέδωσες το Μετρό της Θεσσαλονίκης, ενώ εσύ το καθυστέρησες και εσύ επιβάρυνες τον προϋπολογισμό του. Αφού εσύ άλλαξες επίτηδες τον σχεδιασμό του το 2019 για να καθυστερήσει το έργο πολλά χρόνια, κρατώντας όμηρο τη Θεσσαλονίκη των λεωφορείων, αλλά και για να επιβαρύνεις οικονομικά το δημόσιο, μοιράζοντας 600 – 700 εκ ευρώ αποζημιώσεις στους εργολάβους για την καθυστέρηση που εσύ προκάλεσες. Και μάλιστα με δεδομένο ότι αυτές οι αποζημιώσεις θα έπρεπε να δοθούν αντίστροφα, από τους εργολάβους στο δημόσιο, αν εσύ δεν είχες σπεύσει να αλλάξεις μονομερώς το συμφωνημένο με τον εργολάβο χρονοδιάγραμμα του έργου, αμέσως μόλις ανέλαβες την κυβέρνηση.

    Λαϊκισμός είναι όταν μια κυβέρνηση που στήριξε λίγους και φτωχοποίησε τους πολλούς, έρχεται μετά από 7 συναπτά έτη και υπόσχεται ότι θα μοιράσει ένα μέρος από όλα εκείνα που κράτησε για τον εαυτό της και για τους δικούς της όλα τα χρόνια της διακυβέρνησής της, παριστάνοντας καθυστερημένα και με εκλογική ιδιοτέλεια, την ευαίσθητη κοινωνικά.

    Λαϊκισμός είναι μια κυβέρνηση να πιάνεται με τη γίδα στην πλάτη κατ’ επανάληψη και κάθε φορά να ζητά υποκριτικά συγγνώμη. Συγκαλύπτοντας τα σκάνδαλα διαφθοράς, μη απονέμοντας δικαιοσύνη για τους ενόχους και επανερχόμενη μετά από λίγο καιρό με νέα σκάνδαλα.

    Λαϊκισμός είναι όταν η ευρωπαϊκή εισαγγελία σε κατηγορεί για εγκληματική οργάνωση κι εσύ κατηγορείς την ευρωπαϊκή εισαγγελία.

    Λαϊκισμός είναι να ακυρώνει το ΣτΕ τις άδειες που εκδόθηκαν από την κυβέρνηση για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια επειδή δεν τηρήθηκε ο νόμος που η ίδια η κυβέρνηση ψήφισε και το υπουργείο Παιδείας να σπεύδει να επανεκδίδει σε μια βδομάδα τις άδειες, «μετατρέποντας», ως εκ θαύματος, τα… μαγαζιά για τα οποία ακυρώθηκαν οι άδειες σε πανεπιστημιακά κάμπους με ορόφους, παράθυρα, εργαστήρια, βιβλιοθήκες και αυλές.

    Λαϊκισμός είναι να ονομάζεις  το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας ιδιωτικοποίηση. Αυτό συμβαίνει όταν εκχωρείς σε ιδιώτες την ΕΓΝΑΤΙΑ ΟΔΟ που κόστισε 6,5 δις ευρώ στο δημόσιο, με το 25% του κόστους της.

 

Το οικονομικό πρόγραμμα που παρουσίασε ο Αλέξης Τσίπρας στη Θεσσαλονίκη δεν συνιστά λαϊκισμό.

 

Συνιστά φιλολαϊκή πολιτική.

 

Γιατί είναι τεκμηριωμένο, κοστολογημένο, διαπνέεται από αναδιανεμητικό πνεύμα και διακατέχεται από κοινωνική ευαισθησία.

 

Και κυρίως γιατί δεν το εφηύρε ο Τσίπρας για να ξεγελάσει τους Έλληνες και να κερδίσει τις εκλογές.

 

Είναι ένα φιλολαϊκό πρόγραμμα αντιπροσωπευτικό των προγραμμάτων των κομμάτων του δημοκρατικού σοσιαλισμού και της αριστεράς σε ολόκληρο τον κόσμο. Από τους Δημοκρατικούς στις ΗΠΑ, μέχρι τους σοσιαλιστές, τους σοσιαλδημοκράτες και τους αριστερούς στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

 

Εκεί «παίζεται» το παιχνίδι της αμφισβήτησής του από τη νεοφιλελεύθερη δεξιά.

 

Η οποία, λαϊκίζοντας για μια ακόμη φορά, προσπαθεί δημαγωγικά να πείσει ότι, δήθεν, ο δρόμος της είναι μονόδρομος.

 

Υπάρχει κι άλλος δρόμος.

 

Αυτό, άλλωστε, αποδεικνύει η αντίδραση των προοδευτικών κομμάτων. Όπως το ΠΑΣΟΚ, που υποστηρίζει ότι το 80% του προγράμματος Τσίπρα ταυτίζεται με το δικό του πρόγραμμα.

 

Όπερ έδει δείξαι.

 

Και όπως συμβαίνει και με τα υπόλοιπα αριστερά κόμματα, που υποστηρίζουν ότι η ΕΛΑΣ θα μπορούσε να προτείνει ένα πρόγραμμα πιο τολμηρό σε ό,τι αφορά στη φορολόγηση των καρτέλ και στην αναδιανομή.

 

Η κριτική τους ενισχύει την άποψη ότι υπάρχει κι άλλος δρόμος.

 

Αφού πράγματι, όλα τα προγράμματα των προοδευτικών κομμάτων έχουν μεταξύ τους πολλά κοινά σημεία. Γιατί ανήκουν όλα στη μεγάλη σοσιαλιστική οικογένεια που στηρίζει την πολιτική της στην κοινωνική ευαισθησία και στο κοινωνικό κράτος.

 

Απλώς κάποια κόμματα είναι πιο τολμηρά και άλλα πιο προσεκτικά στις εξαγγελίες τους. Γι’ αυτό και κάποια προοδευτικά κόμματα προτιμώνται περισσότερο από τα άλλα στις εκλογές, γιατί οι υποσχέσεις τους για αλλαγή πολιτικής, ως πιο αξιόπιστες, γίνονται και περισσότερο πιστευτές.

 

 

 

    Καθηγητής, πρώην Πρύτανης ΑΠΘ, Επικεφαλής παράταξης ΑΛΛΑΓΗ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ Κ. ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ

Δημοσίευση σχολίου

Νεότερη Παλαιότερη