Γιάννης Μυλόπουλος / Φτηνός λαϊκισμός η πολιτική των επιδοτήσεων για την αντιμετώπιση της ενεργειακής ακρίβειας


Γιάννης Μυλόπουλος

Ο κ. Μητσοτάκης ισχυρίζεται ότι κάθε άλλη πολιτική διαφορετική από την πολιτική των επιδοτήσεων που εφαρμόζει η κυβέρνησή του, συνιστά λαϊκισμό.

 

Εδώ ο κ. Μητσοτάκης πρέπει να κοιταχτεί στον καθρέφτη.

 

Γιατί ο πραγματικός λαϊκισμός στην αντιμετώπιση της ενεργειακής ακρίβειας, είναι η πολιτική των επιδοτήσεων που εφαρμόζει η κυβέρνησή του.

 

Για οκτώ σαφείς και συγκεκριμένους λόγους:

 

Πρώτα από όλα γιατί η πολιτική των επιδοτήσεων είναι αυτή που μοιράζει εκατομμύρια ευρώ στους καταναλωτές για να τους εξευμενίσει για την ενεργειακή φτώχεια που τους έχει προκαλέσει.

 

Δεύτερο, γιατί η επιδοματική πολιτική μοιράζει παυσίπονα στους καταναλωτές για να κατευνάσει τα συμπτώματα της ενεργειακής ακρίβειας και όχι για να καταπολεμήσει την ακρίβεια αυτή καθαυτή.

 

Τρίτο, γιατί η πολιτική των επιδοτήσεων στην αντλία υπόσχεται αναληθώς ότι αντιμετωπίζει την ακρίβεια, ενώ αυτό που στ’ αλήθεια επιτυγχάνει είναι να τη συντηρεί. Αφού δεν εμποδίζει τις ανατιμήσεις και δεν συμβάλλει με κανένα τρόπο στη μείωση των τιμών της ενέργειας.

 

Τέταρτο, γιατί με τις επιδοτήσεις χρηματοδοτούνται στην πραγματικότητα η ακρίβεια και τα καρτέλ που κερδοσκοπούν σε βάρος των καταναλωτών.

 

Πέμπτο, γιατί οι επιδοτήσεις είναι το αποτέλεσμα της πολιτικής της αυτορρύθμισης των ενεργειακών αγορών. Μιας πολιτικής που υπόσχεται υποκριτικά τη μείωση των τιμών, ως αποτέλεσμα του ανταγωνισμού στις ελεύθερες αγορές.

 

Όμως σε περιόδους κρίσης, όπως η σημερινή, είναι γνωστό ότι αν οι αγορές δεν ρυθμιστούν υπέρ των καταναλωτών, τότε θα τις ρυθμίσουν οι μεγάλοι παίκτες, δηλαδή τα ολιγοπώλια, υπέρ των δικών τους συμφερόντων. Όπως ακριβώς συμβαίνει σήμερα.

 

Και είναι λαϊκισμός να ισχυρίζεται η κυβέρνηση ότι οι τιμές θα πέσουν από μόνες τους σε μια ενεργειακή αγορά πλήρως ιδιωτικοποιημένη, όταν τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη για να τις μειώσουν επέβαλαν πλαφόν μέσω των επιχειρήσεων δημόσιου χαρακτήρα που διατήρησαν κατά τη διάρκεια της ενεργειακής κρίσης.

 

Έκτο γιατί η κυβερνητική πολιτική αφήνει τα υπερκέρδη των μεγάλων ενεργειακών επιχειρήσεων άθικτα. Αφού η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει να τα φορολογήσει από το 2021 – 2022.

 

Αλλά και όταν τα φορολόγησε, το έκανε προσχηματικά. Αφού επέβαλε, για επικοινωνιακούς λόγους, έναν φαινομενικά μεγάλο συντελεστή φορολόγησης 90%, όχι όμως στο σύνολο των κερδών, ούτε στον συνολικό κύκλο εργασιών του ενεργειακού ολιγοπωλίου. Αλλά επιλεκτικά σε κάποια πρόσθετα έσοδα των μεγάλων ενεργειακών επιχειρήσεων. Σε αντίθεση με αυτό που συμβαίνει στην Ευρώπη, όπου το σύνολο των υπερκερδών φορολογείται κανονικά, δίνοντας αντικίνητρο για συνέχιση του ράλι των ανατιμήσεων.

 

Έβδομο, είναι λαϊκισμός να υποστηρίζεις ότι οι τιμές της ενέργειας θα πέσουν μέσω των επιδοτήσεων, όταν είσαι το μόνο ευρωπαϊκό κράτος που διατηρείς ψηλά τους έμμεσους φόρους, το ΦΠΑ και τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης.

 

Και τέλος, όγδοο και τελευταίο, είναι λαϊκισμός ο πρωθυπουργός της χώρας που πλήττεται από τη μεγαλύτερη ενεργειακή φτώχεια στην Ευρώπη, να ισχυρίζεται ότι με επιδοτήσεις θα αντιμετωπίσει την ενεργειακή ακρίβεια. Όταν τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη μείωσαν αποτελεσματικά τις τιμές, εφαρμόζοντας πολιτικές ρύθμισης των αγορών και φορολόγησης των κερδοσκόπων.

 

Για οκτώ, λοιπόν, διακριτούς λόγους, η πολιτική των επιδοτήσεων στην αντλία την οποία ακολουθεί η κυβέρνηση Μητσοτάκη για να αντιμετωπίσει την ενεργειακή ακρίβεια συνιστά φτηνό λαϊκισμό.

 

 

 

 

 

Δημοσίευση σχολίου

Νεότερη Παλαιότερη