Μιχάλης Θεοδωρόπουλος
Με τον Ν. 5322/2026 και την εγκύκλιο Α.Π. οικ. 4941/15.09.2026, το Υπουργείο Υγείας γυρίζει την Ελλάδα 15 χρόνια πίσω ως προς τη ρύθμιση της νόμιμης αγοράς κάνναβης, ενώ δημιουργεί συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού και μονοπωλιακής εκμετάλλευσης.
Την ώρα που η Ευρώπη αναζητά επιστημονικά τεκμηριωμένους
και αναλογικούς κανόνες, η ελληνική κυβέρνηση επιλέγει καθολικές απαγορεύσεις,
τεχνικά ανέφικτα χαμηλά όρια και μια επικίνδυνη κανονιστική ασάφεια.
Εν μία νυκτί, τα φυσικά προϊόντα κάνναβης τίθενται εκτός
νομιμότητας, ενώ ενισχύεται η θέση των επιχειρήσεων που διαθέτουν υποδομή και
δυνατότητα παραγωγής απομονωμένης CBD υψηλής καθαρότητας.
Δέκα χρόνια παραγωγής και επενδύσεων ακυρώνονται χωρίς
διάλογο και χωρίς μεταβατική περίοδο
Το αποτέλεσμα είναι μια βίαιη αναδιανομή της αγοράς: οι
μικροί και μεσαίοι παραγωγοί βιομηχανικής κάνναβης χάνουν τα προϊόντα στα οποία
επένδυσαν, ενώ οι φαρμακευτικές μονάδες αποκτούν σαφώς ευνοϊκότερη θέση για να
καλύψουν το κενό.
Δεν χρειάζεται να αποδοθεί χωρίς αποδείξεις ύποπτο
κίνητρο σε οποιονδήποτε.
Αρκεί το αντικειμενικό αποτέλεσμα: η αγορά κλείνει για
τους πολλούς και παραμένει τεχνολογικά και οικονομικά προσβάσιμη μόνο σε
ελάχιστους, που τους δίνει πλέον την δυνατότητα να παράγουν αυτά τα προϊόντα με
συγκεκριμένες φαρμακευτικές προδιαγραφές.
Από την απαγόρευση στην παραγωγή – και ξανά πίσω
Από το 2005 συμμετέχουμε ενεργά στον αγώνα για τη νόμιμη
ρύθμιση της κάνναβης. Το 2013 καταφέραμε να ανοίξει θεσμικά ο δρόμος για την
εξαίρεση της βιομηχανικής κάνναβης από τις απαγορευμένες ουσίες και το 2016
καθορίστηκαν οι προϋποθέσεις καλλιέργειας πιστοποιημένων ποικιλιών Cannabis
sativa L.
Το σχετικό ευρωπαϊκό όριο THC για τις επιλέξιμες
ποικιλίες, αρχικά 0,2% που αυξήθηκε στη συνέχεια σε 0,3%, κάλυπτε ατύπως και τα
τελικά προϊόντα εν ελλείψει άλλων κανονιστικών ρυθμίσεων.
Πάνω σε αυτό το άνοιγμα δημιουργήθηκαν καλλιέργειες,
μονάδες μεταποίησης, εργαστήρια τυποποίησης, προϊόντα, δίκτυα χονδρικής και
εμπορικές συνεργασίες.
Επενδύθηκαν χρήματα, δημιουργήθηκαν εκατοντάδες θέσεις
εργασίας και συσσωρεύτηκε πολύτιμη τεχνογνωσία. Η αγορά λειτούργησε επί μία
δεκαετία μέσα σε ένα κατακερματισμένο και συχνά ασαφές πλαίσιο.
Η Πολιτεία γνώριζε ποια προϊόντα κυκλοφορούσαν και είχε
τη δυνατότητα να τα ελέγξει. Δεν θέσπισε, όμως, εγκαίρως ένα πλήρες καθεστώς
για όλες τις κατηγορίες προϊόντων.
Σήμερα η ίδια αυτή θεσμική αδυναμία μετατρέπεται σε
οικονομική καταδίκη των επιχειρήσεων που επένδυσαν καλόπιστα.
Δεν είναι αποδεκτό μια ολόκληρη τυπολογία προϊόντων να
κυκλοφορεί επί δέκα χρόνια και να τίθεται αιφνιδίως εκτός αγοράς, χωρίς
μεταβατική περίοδο, χωρίς δυνατότητα προσαρμογής και χωρίς πρόβλεψη για τα
υφιστάμενα αποθέματα νόμιμων μέχρι σήμερα προϊόντων.
Το όριο της καλλιέργειας δεν είναι όριο τελικού προϊόντος
Η βιομηχανική κάνναβη καλλιεργείται νόμιμα στην Ευρωπαϊκή
Ένωση με όριο THC 0,3% για τις επιλέξιμες ποικιλίες. Το όριο αφορά πρωτίστως
την καλλιέργεια και το συγκομιζόμενο αγροτικό προϊόν και δεν αποτελεί αυτομάτως
ενιαίο όριο για κάθε τρόφιμο, συμπλήρωμα ή καλλυντικό.
Αυτό αποδεικνύει την ανάγκη θέσπισης ειδικών, σαφών και
αναλογικών κανόνων ανά κατηγορία προϊόντος – όχι μιας γενικής απαγόρευσης κάθε
ανιχνεύσιμου ίχνους THC, όταν η ίδια η νόμιμη φυτική πρώτη ύλη περιέχει φυσικά
απαντώμενη THC έως 0.3%.
Η εγκύκλιος υιοθετεί την απόλυτη και οπισθοδρομική θέση
ότι «ό,τι δεν επιτρέπεται ρητά απαγορεύεται» (αρχή της «κλειστής απαρίθμησης»)
και καταλήγει να αντιμετωπίζει ως παράνομο κάθε προϊόν λιανικής με
ποσοτικοποιμένα ίχνη THC, ανεξαρτήτως συγκέντρωσης, πραγματικής έκθεσης και
ψυχοδραστικότητας.
Αυτό δεν είναι επιστημονικά τεκμηριωμένη διαχείριση
κινδύνου. Είναι οριζόντια απαγόρευση, η οποία εγείρει σοβαρά ζητήματα
αναλογικότητας, ασφάλειας δικαίου και συμβατότητας με το ευρωπαϊκό κεκτημένο.
Το τεχνικά ανέφικτο «μηδέν»
Για τα συμπληρώματα διατροφής η εγκύκλιος επαναφέρει την
απαίτηση μη ποσοτικοποιήσιμης THC, αναφέροντας ενδεικτικά όριο 0,1 mg/L με HPLC
και 0,001 mg/L με LC-MS/MS. Καταρχάς, τα δύο επίπεδα διαφέρουν κατά εκατό
φορές.
Το ίδιο προϊόν μπορεί, επομένως, να θεωρείται μη
ποσοτικοποιήσιμο με τη μία μέθοδο και ποσοτικοποιήσιμο με την άλλη, αν δεν έχει
γίνει τυπογραφικό λάθος.
Η νομιμότητα ενός προϊόντος δεν μπορεί να εξαρτάται από
το πόσο ευαίσθητο μηχάνημα διαθέτει το εργαστήριο που θα το αναλύσει.
Σε ένα φυσικό εκχύλισμα κάνναβης, επίπεδα κάτω από 0,1
mg/L – και πολύ περισσότερο κάτω από 0,001 mg/L – προϋποθέτουν προηγμένο
καθαρισμό, χρωματογραφικό διαχωρισμό ή χρήση απομονωμένης CBD υψηλής
καθαρότητας.
Η απαίτηση αυτή δεν επιβάλλει απλώς αυστηρότερους
ελέγχους. Αποκλείει τεχνολογικά τα φυσικά εκχυλίσματα και καθιστά την αγορά
προσβάσιμη κυρίως σε επιχειρήσεις με φαρμακευτική υποδομή και μεγάλη κεφαλαιακή
δυνατότητα.
Η αναντιστοιχία με τα ευρωπαϊκά δεδομένα
Η ευρωπαϊκή προσέγγιση δεν βασίζεται σε ένα απεριόριστο
«μη ανιχνεύσιμο». Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2022/1393 καθορίζει ανώτατα επίπεδα
ισοδυνάμων Δ9‑THC:
3 mg/kg για
σπόρους κάνναβης και προϊόντα που προέρχονται από αυτούς,
7,5 mg/kg για
έλαιο σπόρων κάνναβης.
Τα προϊόντα σπόρου και τα εκχυλίσματα CBD δεν αποτελούν
ταυτόσημες κανονιστικές κατηγορίες αλλά είναι και τα δύο βρώσιμα.
Τα ευρωπαϊκά όρια αποδεικνύουν, ότι ο όποιος «κίνδυνος»
αντιμετωπίζεται με συγκεκριμένες, μετρήσιμες και επιστημονικά αιτιολογημένες
συγκεντρώσεις – όχι με έναν κινούμενο στόχο που εξαρτάται από την ευαισθησία
της αναλυτικής μεθόδου.
Η ελληνική απαίτηση των 0,1 mg/L παραμένει δεκάδες φορές
χαμηλότερη από τα ευρωπαϊκά ανώτατα επίπεδα για τα αντίστοιχα προϊόντα σπόρου.
Δημιουργείται έτσι το παράδοξο να μην μπορεί πρακτικά να χρησιμοποιηθεί σε
συμπλήρωμα ούτε το νόμιμο σπορέλαιο κάνναβης, το οποίο ο ίδιος ο ΕΟΦ
αναγνωρίζει ως επιτρεπόμενη πρώτη ύλη.
Το ευρωπαϊκό δίκαιο δεν αναγνωρίζει το 0,2% THC ως γενικό
όριο νομιμότητας των καλλυντικών, αλλά ούτε επιβάλλει απόλυτο μηδέν για κάθε
τεχνικώς αναπόφευκτο ίχνος.
Ο Κανονισμός 1223/2009 επιτρέπει τη μη σκόπιμη παρουσία
μικρής ποσότητας THC όταν αυτή είναι τεχνικώς αναπόφευκτη υπό ορθή
παρασκευαστική πρακτική και το προϊόν παραμένει ασφαλές.
Μάλιστα, η αρμόδια Επιστημονική Επιτροπή της Ευρωπαϊκής
Επιτροπής (SCCS/1685/25) έκρινε το 2026 ασφαλή την παρουσία Δ9‑THC ως πρόσμιξης έως 2,5
mg/kg στα καλλυντικά CBD.
Συνεπώς, η ελληνική αντιμετώπιση κάθε ανιχνεύσιμου ίχνους
THC ως αυτοδίκαιης απόδειξης παράνομου ναρκωτικού δεν απορρέει ευθέως από τον
ευρωπαϊκό Κανονισμό και παραβλέπει τόσο το άρθρο 17 όσο και την πλέον πρόσφατη
ευρωπαϊκή επιστημονική αξιολόγηση.
Η θέση ότι τα παρασκευάσματα CBD με ελάχιστα ίχνη THC δεν
πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ναρκωτικά δεν αποτελεί αυθαίρετο αίτημα της
αγοράς.
Η Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων του ΠΟΥ για την Εξάρτηση από
τα Ναρκωτικά (WHO–ECDD) πρότεινε το 2019 επισήμως να εξαιρεθούν από τον διεθνή
έλεγχο ναρκωτικών τα παρασκευάσματα που περιέχουν κατά κύριο λόγο CBD και όχι
περισσότερο από 0,2% Δ9‑THC,
κρίνοντας ότι δεν παρουσιάζουν δυναμικό κατάχρησης ή εξάρτησης.
Η πρόταση μπορεί να μην ενσωματώθηκε τελικά στην Ενιαία
Σύμβαση του ΟΗΕ, αποτελεί, όμως, σαφή επιστημονική θέση του αρμόδιου οργάνου
του ΠΟΥ, η οποία – σε συνδυασμό με την απόφαση Kanavape του Δικαστηρίου της
Ευρωπαϊκής Ένωσης (C‑663/18,
19.11.2020) ότι η CBD δεν αποτελεί ναρκωτικό – καθιστά επιστημονικά και νομικά
προβληματική την αυτόματη μετατροπή κάθε προϊόντος CBD με μη ψυχοδραστικά ίχνη
THC σε παράνομο ναρκωτικό, χωρίς αξιολόγηση της πραγματικής σύνθεσης, της
χρήσης, της έκθεσης και του κινδύνου.
Η εγκύκλιος δεν μπορεί να εισάγει αυτοτελώς μηδενικό όριο
THC. Η εφαρμογή της πρέπει να ελέγχεται ανά κατηγορία προϊόντος, με σεβασμό στα
ενωσιακά όρια τροφίμων και στις προϋποθέσεις για ακούσια ίχνη στα καλλυντικά.
Η ιστορία της ΚΥΑ του 2022
Δεν είναι η πρώτη φορά που το Υπουργείο Υγείας επιχειρεί
να περιορίσει την αγορά των φυσικών εκχυλισμάτων, ενισχύοντας αντικειμενικά το
μοντέλο της απομονωμένης CBD.
Η ΚΥΑ Δ3(α)/20492/01.06.2022 επέβαλε στα συμπληρώματα
διατροφής κάνναβης πρακτική απουσία THC, με ενδεικτικό όριο ποσοτικοποίησης 0,1
mg/L με HPLC. Η απαίτηση ήταν εξαρχής σχεδόν ανέφικτη για φυσικά προϊόντα και
ευνοούσε φόρμουλες απομονωμένης CBD υψηλής καθαρότητας.
Δεν διαθέτουμε δημοσιοποιημένα στοιχεία που να
αποδεικνύουν ότι η ΚΥΑ εκδόθηκε κατόπιν παρέμβασης. Η χρονική ακολουθία, η
τεχνική κατεύθυνση και το ανταγωνιστικό αποτέλεσμα της ρύθμισης δημιουργούν,
όμως, εύλογα ερωτήματα που απαιτούν δημόσια απάντηση.
Η διευκρινιστική εγκύκλιος του ΕΟΦ τον Νοέμβριο του 2022
περιόρισε στην πράξη το πεδίο εφαρμογής της ΚΥΑ στα παραδοσιακά βρώσιμα μέρη
του φυτού – σπόρους, σπορέλαιο και άλευρα – ενώ τα εκχυλισμένα κανναβινοειδή
παρέμειναν στο καθεστώς των νέων τροφίμων.
Το πρόβλημα δεν λύθηκε. Απλώς μετατέθηκε και σήμερα
επιστρέφει ως συνολικό αδιέξοδο.
Η παγίδα του «αποκλειστικά CBD»
Ο Ν. 5322/2026 δημιούργησε μια νέα κατηγορία
επιτρεπόμενων προϊόντων που περιέχουν «αποκλειστικά CBD».
Η κυβέρνηση, όμως, δεν έχει εξηγήσει ποια προϊόντα και
ποιες μορφές περιλαμβάνονται, ποια χρήση επιτρέπεται, ποια αρχή είναι αρμόδια,
ποια διαδικασία γνωστοποίησης ή αδειοδότησης εφαρμόζεται, ποια όρια καθαρότητας
και προσμείξεων ισχύουν, και εάν η κατηγορία είναι προσβάσιμη στους παραγωγούς
βιομηχανικής κάνναβης ή μόνο στις αδειοδοτημένες φαρμακευτικές εγκαταστάσεις.
Τα προϊόντα πλήρους φάσματος κινδυνεύουν να αποκλειστούν
λόγω των φυσικών ιχνών THC. Τα προϊόντα ευρέος φάσματος λόγω της παρουσίας
άλλων φυσικών κανναβινοειδών.
Ακόμη και τα προϊόντα απομονωμένης CBD δεν διαθέτουν σαφή
οδό νόμιμης κυκλοφορίας. Αυτό δεν είναι ρύθμιση. Είναι κανονιστικό αδιέξοδο.
Ο παραλογισμός των novel foods
Την ίδια στιγμή, ο κλοιός των νέων τροφίμων (novel foods)
σφίγγει πανευρωπαϊκά γύρω από τη μη φαρμακευτική χρήση της CBD.
Η επίκληση των ελλείψεων στα διαθέσιμα δεδομένα ασφαλείας
έχει μετατραπεί σε μια εξαιρετικά δαπανηρή και πρακτικά απροσπέλαστη διαδικασία
αδειοδότησης για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις.
Το αποτέλεσμα είναι ότι η φυσική CBD απομακρύνεται από τα
τρόφιμα και τα συμπληρώματα, ενώ η φαρμακευτική εκμετάλλευσή της παραμένει στα
χέρια ελάχιστων κατόχων εγκεκριμένων σκευασμάτων.
Είτε αυτό αποτελεί συνειδητή επιδίωξη είτε όχι, το
κανονιστικό αποτέλεσμα εξυπηρετεί τη συγκέντρωση της αγοράς και ενισχύει
αντικειμενικά τη θέση της φαρμακοβιομηχανίας.
Η αντίφαση είναι κραυγαλέα. Η καθαρή CBD έχει εγκριθεί ως
φάρμακο και χορηγείται, υπό ιατρική παρακολούθηση, σε θεραπευτικές δόσεις
εκατοντάδων χιλιοστογραμμαρίων ημερησίως – ενδεικτικά έως 600 mg σε ανήλικα
παιδιά για συγκεκριμένες μορφές επιληψίας.
Την ίδια στιγμή, η EFSA προτείνει για τη χρήση της CBD ως
νέου τροφίμου ένα προσωρινό επίπεδο ασφαλούς χρήσης μόλις 0,0275 mg ανά κιλό
σωματικού βάρους, δηλαδή περίπου 2 mg ημερησίως για έναν ενήλικα 70 κιλών.
Είναι αυτονόητο ότι ένα φάρμακο αξιολογείται με
διαφορετική στάθμιση οφέλους και κινδύνου και χορηγείται υπό ιατρικό έλεγχο.
Αυτό, όμως, δεν αρκεί για να εξηγήσει πώς η ίδια ουσία μπορεί να θεωρείται
αποδεκτή σε δόσεις πολλών εκατοντάδων mg ως φάρμακο, αλλά να αντιμετωπίζεται ως
ανεπαρκώς ασφαλής σε ποσότητα 3 mg ως τρόφιμο.
Αυτή η χαώδης κανονιστική απόσταση χρειάζεται πειστική
επιστημονική αιτιολόγηση, διαφορετικά, το novel food παύει να λειτουργεί ως
μηχανισμός προστασίας του καταναλωτή και μετατρέπεται σε μηχανισμό αποκλεισμού
του ανταγωνισμού.
Απαιτούμε απαντήσεις και άμεση αλλαγή πορείας
Δεν ζητάμε ασυδοσία. Ζητάμε αυστηρούς αλλά λογικούς
κανόνες, εργαστηριακούς ελέγχους, ιχνηλασιμότητα, διασφάλιση ποιότητας και ίση
μεταχείριση.
Ζητάμε ρητό διαχωρισμό των ρυθμίσεων για τον περιορισμό
των συνθετικών ψυχοδραστικών ουσιών, από τα φυσικά προϊόντα κάνναβης.
Διεκδικούμε μεταβατική περίοδο για τα προϊόντα και τα
αποθέματα που δημιουργήθηκαν υπό το προηγούμενο καθεστώς, σταθερά και επιστημονικά
τεκμηριωμένα όρια THC αντί για ένα τεχνικά απεριόριστο «μηδέν», σαφή και
ισότιμη διαδικασία για τα προϊόντα «αποκλειστικά CBD», ισότιμη πρόσβαση στη νέα
αγορά για κάθε επιχείρηση που αποδεικνύει ποιότητα, ασφάλεια και
ιχνηλασιμότητα.
Δεν δεχόμαστε να εξαφανιστεί διά νόμου μια αγορά που
δημιουργήσαμε με κόπο, ώστε ο οικονομικός της χώρος να περάσει έτοιμος σε
ελάχιστους προνομιακά τοποθετημένους παίκτες.
Δεν δεχόμαστε μια διοικητική εγκύκλιος να μετατρέπει από
τη μία ημέρα στην άλλη προϊόντα που κυκλοφορούσαν επί μία δεκαετία σε παράνομα
ναρκωτικά, χωρίς διάλογο, χωρίς προσαρμογή και χωρίς καμία προστασία για
επιχειρήσεις, εργαζομένους και καταναλωτές.
Με βάση τη συγκριτική εξέταση των επίσημων πηγών που
έχουμε μέχρι σήμερα στη διάθεσή μας, δεν έχουμε εντοπίσει άλλο κράτος μέλος της
ΕΕ που να εφαρμόζει οριζόντια την ίδια λογική: κάθε ανιχνεύσιμο ίχνος THC σε
τρόφιμο ή καλλυντικό να καθιστά αυτομάτως ολόκληρο το τελικό προϊόν παράνομο
ναρκωτικό, χωρίς σταθερό ποσοτικό όριο, αξιολόγηση της πραγματικής έκθεσης ή
πρόβλεψη για τεχνικά αναπόφευκτα ίχνη.
Αυτή είναι η ελληνική πατέντα: πρώτα αφήνεις μια αγορά να
αναπτυχθεί, μετά αφαιρείς από τους μικρούς τα προϊόντα που δημιούργησαν και,
τέλος, αφήνεις το πεδίο ανοιχτό μόνο για όσους διαθέτουν την οικονομική,
τεχνολογική και πολιτική ισχύ να επιβιώσουν.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται επιστροφή στα πέτρινα χρόνια της
κάνναβης. Χρειάζεται σύγχρονο, επιστημονικό και δίκαιο πλαίσιο για τη
βιομηχανική και τη φαρμακευτική κάνναβη – χωρίς αποκλεισμούς, χωρίς φωτογραφικές
διατάξεις και χωρίς μονοπωλιακές συνθήκες ανάπτυξης.
Μιχάλης Θεοδωρόπουλος, ΚΑΝΝΑΒΙΟ (παραγωγοί προϊόντων
βιολογικής κάνναβης από το 2016)
