Ο πρώην πρωθυπουργός Γιώργος Α. Παπανδρέου προειδοποιεί για τη δημοκρατία που υπονομεύεται από τη συγκέντρωση πλούτου και εξουσίας, στρέφει τα πυρά του σε Τραμπ και Μασκ και καταλογίζει ευθύνες στην Ευρώπη.
«Μια πιο ύπουλη μορφή δικτατορίας», που δημιουργεί
εξαρτήσεις και μεταφέρει τη δημόσια ζωή σε ψηφιακές πλατφόρμες ελεγχόμενες από
λίγους ισχυρούς, περιγράφει ο Γιώργος Παπανδρέου τη σύγχρονη απειλή για τη
δημοκρατία. Σε συνέντευξή του στην ιταλική εφημερίδα Corriere della Sera, με
αφορμή τη συμμετοχή του στο Διεθνές Φεστιβάλ Οικονομίας του Τορίνο, ο πρώην
πρωθυπουργός προειδοποιεί ότι η συγκέντρωση οικονομικής και πολιτικής ισχύος, η
παραπληροφόρηση και η εξάρτηση της Ευρώπης από εξωτερικούς παράγοντες υπονομεύουν
τους δημοκρατικούς θεσμούς.
Παράλληλα, συνδέει τη σημερινή κοινωνική δυσαρέσκεια με
την ελληνική κρίση, την ατιμωρησία, τις ανισότητες και την ανασφάλεια των
νεότερων γενεών, επιμένοντας ότι η Ευρώπη πρέπει να αναγνωρίσει τις δικές της
ευθύνες αντί να αναζητά διαρκώς εξωτερικούς εχθρούς.
Τραμπ, Μασκ και η «ύπουλη δικτατορία» των social media
Ο Γιώργος Παπανδρέου προειδοποιεί για μια νέα μορφή
αυταρχισμού, που δεν εκδηλώνεται απαραίτητα με τα χαρακτηριστικά μιας κλασικής
δικτατορίας, αλλά μέσα από τον έλεγχο της ενημέρωσης και του δημόσιου διαλόγου.
«Έχουμε παραχωρήσει σε εξωτερικούς παράγοντες τον έλεγχο
των δημόσιων χώρων μας», αναφέρει, επισημαίνοντας ότι η παραδοσιακή ευρωπαϊκή
πλατεία έχει σε μεγάλο βαθμό μεταφερθεί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τα οποία
ελέγχονται από μια μικρή ομάδα ισχυρών ανθρώπων.
«Πρόκειται για μια πιο ύπουλη μορφή δικτατορίας, η οποία
δημιουργεί εξάρτηση», τονίζει, παραπέμποντας στον Τζορτζ Όργουελ και τον
Άλντους Χάξλεϊ. «Σήμερα, βλέπω έναν συνδυασμό αυτών των δύο προσεγγίσεων»,
σημειώνει, περιγράφοντας έναν κόσμο στον οποίο ο έλεγχος και η χειραγώγηση
συνυπάρχουν με την εξάρτηση των ανθρώπων από τις ψηφιακές πλατφόρμες.
Όπως υποστηρίζει, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης διαδίδουν
ψευδείς ειδήσεις και ενισχύουν την πόλωση, τον εκφοβισμό και τη ρητορική
μίσους, ενώ βρίσκονται στα χέρια μεγάλων τεχνολογικών εταιρειών, ολιγαρχών και
πολιτικών δυνάμεων.
Στο ίδιο πλαίσιο, κατονομάζει την κυβέρνηση Τραμπ και
Αμερικανούς ολιγάρχες, όπως ο Έλον Μασκ, οι οποίοι, σύμφωνα με τον ίδιο,
αμφισβητούν τον ευρωπαϊκό πολιτισμό και στηρίζουν ακροδεξιές δυνάμεις, όπως το
AfD στη Γερμανία.
«Υπάρχουν δυνάμεις που θα ήθελαν να μας δουν να
καταρρέουμε. Εμείς, όμως, τι κάνουμε;» διερωτάται, υπογραμμίζοντας ότι οι
ανισότητες και η συγκέντρωση εξουσίας υπονομεύουν τη δημοκρατία και εκ των έσω.
Η Ευρώπη μεταθέτει τις ευθύνες της
Ο πρώην πρωθυπουργός αναγνωρίζει ότι υπάρχουν εξωτερικές
δυνάμεις που επιδιώκουν να αποσταθεροποιήσουν την Ευρώπη, αλλά προειδοποιεί ότι
η αναζήτηση εξωτερικών υπευθύνων δεν μπορεί να υποκαταστήσει την αυτοκριτική.
«Το πραγματικό πρόβλημα, όμως, είναι ότι πρέπει πρώτα να
κοιτάξουμε τον εαυτό μας και μετά τη Ρωσία», σημειώνει, διευρύνοντας την
κριτική του και προς τις ΗΠΑ. Κατά τον ίδιο, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν κατάφερε να
αποκτήσει την αναγκαία αυτονομία στις ψηφιακές υποδομές και στην άμυνα, ούτε να
διαμορφώσει δικά της εργαλεία και κανόνες με επίκεντρο τη δημοκρατία και τα
ανθρώπινα δικαιώματα.
«Οι πολιτικοί αποφεύγουν να αναλάβουν την ευθύνη των
δύσκολων αποφάσεων και προτιμούν να μεταθέτουν σε άλλους τη διαχείριση των
προβλημάτων», τονίζει, αναφερόμενος στην αγορά, στην τεχνητή νοημοσύνη, στους
Ρώσους και στους Αμερικανούς.
Η εξάρτηση έχει, όπως προειδοποιεί, και γεωπολιτικές
συνέπειες. Επικαλείται την περίπτωση της Ουκρανίας και τους δορυφόρους της
Starlink, αλλά και την ενεργειακή εξάρτηση από τις ΗΠΑ, τη Ρωσία και το Ιράν.
«Όσο πιο αυτόνομοι είμαστε, τόσο πιο ισχυροί γινόμαστε», υπογραμμίζει,
εκτιμώντας ότι η Ευρώπη μπορεί να σταθεί απέναντι στον Τραμπ εφόσον παραμείνει ενωμένη.
Από την κρίση των Τεμπών στην οργή των νέων
Ανατρέχοντας στο 2011, ο Παπανδρέου θυμάται μια κοινωνία
που αισθανόταν ότι πλήρωνε το τίμημα αποφάσεων στις οποίες δεν είχε λόγο. Η
οργή στρεφόταν κυρίως κατά των μέτρων λιτότητας που επέβαλλε η Ευρώπη, ενώ τα
στερεότυπα περί «τεμπέληδων» του Νότου ενίσχυαν το αίσθημα ταπείνωσης.
Σήμερα, εκτιμά, η κοινωνική δυσαρέσκεια συνδέεται με
παρόμοια ερωτήματα για την οικονομία, την εργασία και το ποιος αποφασίζει για
τη ζωή των πολιτών. Αναφέρεται στις μαζικές διαδηλώσεις στην Ελλάδα μετά το
σιδηροδρομικό δυστύχημα των Τεμπών, που στοίχισε τη ζωή σε 57 ανθρώπους και
ανέδειξε, όπως λέει, προβλήματα κακοδιαχείρισης, διαφθοράς και κακής
διακυβέρνησης.
«Οι νεότερες γενιές μιλούν για το κλίμα και τη
γεωπολιτική. Ανησυχούν για το μέλλον και φοβούνται ότι θα ζήσουν χειρότερα από
τις προηγούμενες γενιές. Εμείς δεν είχαμε αυτόν τον φόβο», σημειώνει.
Στην ανασφάλεια αυτή προστίθεται η ατιμωρησία. Οι νέοι
δεν γνωρίζουν αν θα μπορέσουν να αποκτήσουν σπίτι, αν η τεχνητή νοημοσύνη θα
απειλήσει την εργασία τους και αν θα έχουν πραγματικές ευκαιρίες μέσα από την
αξιοκρατία. Παράλληλα, βλέπουν ότι όσοι φέρουν ευθύνη συχνά δεν τιμωρούνται.
«Είναι προφανές ότι δεν εμπιστεύονται το σύστημα και ότι
εξεγείρονται. Τους καταλαβαίνω», αναφέρει.
«Η δικαιοσύνη οδηγεί και στην αποτελεσματικότητα»
Ο πρώην πρωθυπουργός συνδέει την κρίση εμπιστοσύνης με
τις ανισότητες και τη συγκέντρωση πλούτου. Αναφερόμενος στην ελληνική κρίση,
επισημαίνει ότι το δημοσιονομικό έλλειμμα είχε παρουσιαστεί στο 6%, ενώ στην
πραγματικότητα ανερχόταν στο 15,6%. Παράλληλα, υπογραμμίζει ότι η κρίση δεν
ήταν αποκλειστικά ελληνική, καθώς η απουσία κοινών ευρωπαϊκών μηχανισμών άφησε
εκτεθειμένες και άλλες χώρες στις πιέσεις των αγορών.
Ασκεί, επίσης, κριτική στο γεγονός ότι οι τράπεζες
διασώθηκαν, ενώ οι πολίτες συνέχισαν να υποφέρουν. Θέτει το ερώτημα γιατί οι
μισθωτοί και η μεσαία τάξη σηκώνουν το βάρος της φορολογίας, την ώρα που μεγάλα
κεφάλαια μεταφέρονται σε φορολογικούς παραδείσους.
«Οι πολιτικοί πρέπει να αντιμετωπίσουν αυτή τη
συγκέντρωση οικονομικής ισχύος. Αν θέλουν να επιβιώσουν πολιτικά, πρέπει να
αναλάβουν μεγάλα ρίσκα», τονίζει.
Και συμπυκνώνει τη θέση του σε μία φράση: «Αν πρέπει να
επιλέξεις ανάμεσα στην αποτελεσματικότητα και την κοινωνική δικαιοσύνη, τι
επιλέγεις; Εγώ επιλέγω τη δικαιοσύνη. Γιατί, τελικά, η δικαιοσύνη οδηγεί και
στην αποτελεσματικότητα».
Η απάντηση στην κρίση της δημοκρατίας, σύμφωνα με τον
ίδιο, προϋποθέτει μια Ευρώπη πιο αυτόνομη, συλλογικές λύσεις για την οικονομία
και το κοινωνικό κράτος, αλλά και πολιτικούς που θα μιλούν με ειλικρίνεια και
θα συγκρούονται με τα ισχυρά συμφέροντα. Κυρίως, απαιτεί να δοθεί χώρος στις
νεότερες γενιές να διαμορφώσουν το μέλλον τους.
Γιατί τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπως σημειώνει,
μπορεί να είναι χρήσιμα, αλλά δεν προσφέρουν από μόνα τους ένα όραμα για τη
δημοκρατία.
