Αξιωματούχοι του Λευκού Οίκου και του Στέιτ Ντιπάρτμεντ ενημέρωσαν τις τελευταίες εβδομάδες – πολύ πριν από την επίθεση των ΗΠΑ και την απαγωγή του Μαδούρο – στελέχη αμερικανικών πετρελαϊκών εταιρειών ότι θα πρέπει να επιστρέψουν γρήγορα στη Βενεζουέλα, και να επενδύσουν σημαντικά κεφάλαια για την αναζωογόνηση και αξιοποίηση της πετρελαϊκής βιομηχανίας, αν θέλουν αποζημίωση για τα περιουσιακά στοιχεία που απαλλοτριώθηκαν πριν από δύο δεκαετίες, σύμφωνα με πηγές που γνωρίζουν τις επαφές και μίλησαν στο διεθνές πρακτορείο ειδήσεων Reuters.
Οι απαλλοτριώσεις επί Τσάβες
Στη δεκαετία του 2000, η Βενεζουέλα απαλλοτρίωσε
περιουσιακά στοιχεία διεθνών πετρελαϊκών εταιρειών που αρνήθηκαν να
παραχωρήσουν αυξημένο επιχειρησιακό έλεγχο στην κρατική PDVSA, όπως απαιτούσε ο
τότε πρόεδρος Ούγκο Τσάβες.
Η αμερικανική Chevron ήταν μεταξύ των εταιρειών που
διαπραγματεύτηκαν την παραμονή τους στη χώρα και σχημάτισαν κοινοπραξίες με την
PDVSA, ενώ οι ανταγωνίστριες ExxonMobil και ConocoPhillips αποχώρησαν και
προσέφυγαν σε διαιτησία.
Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε το Σάββατο ότι
αμερικανικές εταιρείες είναι έτοιμες να επιστρέψουν στη Βενεζουέλα και να
δαπανήσουν για την επανεκκίνηση του προβληματικού πετρελαϊκού τομέα, λίγες
μόλις ώρες μετά τη απαγωγή του προέδρου ΝικολάςΜαδούρο από αμερικανικές
δυνάμεις.
Επενδύσεις πρώτα, αποζημιώσεις μετά
Στις πρόσφατες συζητήσεις της κυβέρνησης με πετρελαϊκά
στελέχη για το σενάριο απομάκρυνσης του Μαδούρο, αξιωματούχοι ξεκαθάρισαν ότι
οι αμερικανικές εταιρείες θα πρέπει να χρηματοδοτήσουν οι ίδιες την
ανοικοδόμηση της πετρελαϊκής βιομηχανίας της Βενεζουέλας.
Αυτό θα αποτελούσε προϋπόθεση για να ανακτήσουν τελικά τα
χρέη από τις απαλλοτριώσεις.
Πρόκειται για δαπανηρή επένδυση για εταιρείες όπως η
ConocoPhillips. Η Conoco επιχειρεί εδώ και χρόνια να ανακτήσει περίπου 12
δισεκατομμύρια δολάρια από την εθνικοποίηση των περιουσιακών της στοιχείων επί
Τσάβες. Η ExxonMobil έχει επίσης καταθέσει υποθέσεις διεθνούς διαιτησίας,
διεκδικώντας 1,65 δισεκατομμύρια δολάρια.
Ο Τραμπ άρχισε να αναφέρεται δημοσίως στις
βενεζουελανικές απαλλοτριώσεις όταν διέταξε τον αποκλεισμό πετρελαιοφόρων υπό
κυρώσεις τον περασμένο μήνα.
Οι προϋποθέσεις για επιστροφή
Το αν οι εταιρείες θα επιστρέψουν εξαρτάται από το πώς τα
στελέχη, τα διοικητικά συμβούλια και οι μέτοχοι θα αξιολογήσουν τον κίνδυνο
νέας επένδυσης στη Βενεζουέλα, σύμφωνα με τις πηγές.
«Η ConocoPhillips παρακολουθεί τις εξελίξεις στη Βενεζουέλα
και τις πιθανές επιπτώσεις τους στην παγκόσμια ενεργειακή προσφορά και
σταθερότητα. Θα ήταν πρόωρο να εικάσουμε για μελλοντικές επιχειρηματικές
δραστηριότητες ή επενδύσεις», δήλωσε εκπρόσωπος της εταιρείας σε email στο
Reuters το Σάββατο.
Η εταιρεία επανέλαβε την ίδια δήλωση την Κυριακή όταν
ρωτήθηκε για τις συζητήσεις με αξιωματούχους της κυβέρνησης.
Τα μεγαλύτερα αποδεδειγμένα αποθέματα πετρελαίου στον
κόσμο
Ακόμη κι αν οι εταιρείες συμφωνήσουν να επιστρέψουν,
μπορεί να χρειαστούν χρόνια για να υπάρξει ουσιαστική αύξηση της παραγωγής
πετρελαίου.
Η παραγωγή έχει καταρρεύσει τις τελευταίες δεκαετίες λόγω
κακοδιαχείρισης, έλλειψης επενδύσεων και αμερικανικών κυρώσεων, ανέφερε το
Reuters.
Πέρα από την αβεβαιότητα γύρω από το συμβατικό πλαίσιο
για τυχόν δραστηριότητες, οι εταιρείες που εξετάζουν επιστροφή θα πρέπει να
αντιμετωπίσουν ανησυχίες για την ασφάλεια, τις κακές υποδομές, τα ερωτήματα για
τη νομιμότητα της αμερικανικής επιχείρησης σύλληψης του Μαδούρο και το
ενδεχόμενο μακροπρόθεσμης πολιτικής αστάθειας, σύμφωνα με αναλυτές.
Η Βενεζουέλα, ιδρυτικό μέλος του ΟΠΕΚ, παρήγαγε έως και
3,5 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως στη δεκαετία του 1970, που αντιστοιχούσαν
τότε σε πάνω από 7% της παγκόσμιας παραγωγής.
Η παραγωγή έπεσε κάτω από 2 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως
στη δεκαετία του 2010 και κυμάνθηκε κατά μέσο όρο στα 1,1 εκατομμύρια βαρέλια
πέρυσι – μόλις 1% της παγκόσμιας παραγωγής.
Όμως, η Βενεζουέλα διαθέτει τα μεγαλύτερα αποδεδειγμένα
αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο.
Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας, το 2023 το
υπέδαφος της χώρας περιείχε περίπου 303 δισεκατομμύρια βαρέλια – το 17% των
παγκόσμιων αποθεμάτων.
Οι ΗΠΑ επιβάλλουν οικονομικές κυρώσεις στη Βενεζουέλα από
το 2017. Τον Ιανουάριο του 2019, κατά την πρώτη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ,
επιβλήθηκε πετρελαϊκό εμπάργκο με στόχο να πιέσει οικονομικά τη χώρα, η οποία
εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εξαγωγές πετρελαίου.
Στην αρχή της δεύτερης θητείας του, το 2025, ο Τραμπ
ανακάλεσε τις άδειες που επέτρεπαν σε πολυεθνικές πετρελαίου και φυσικού αερίου
να δραστηριοποιούνται στη Βενεζουέλα παρά τις κυρώσεις.
Μόνη εξαίρεση αποτελεί η αμερικανική Chevron, η οποία
όμως δεν επιτρέπεται πλέον να καταβάλλει χρήματα στην κυβέρνηση Μαδούρο.
Σε συνεργασία με την κρατική PDVSA, η Chevron εκμεταλλεύεται
τέσσερις πετρελαιοπηγές στη χώρα.
Σήμερα, με παραγωγή λίγο κάτω από ένα εκατομμύριο βαρέλια
ημερησίως, σύμφωνα με τον ΟΠΕΚ, η Βενεζουέλα απέχει πολύ από τους μεγάλους
παραγωγούς – που στις αρχές της δεκαετίας του 2000 είχε ξεπεράσει τα τρία
εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως.
