Κωνσταντίνος Σαββόπουλος
Το νερό… νεράκι αναμένεται να πουν οι πολίτες μετά την ψήφιση του νομοσχεδίου που προβλέπει την απορρόφηση των δημοτικών φορέων ύδρευσης και άρδευσης από τις Ανώνυμες Εταιρείες ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ.
Οι φορείς της Αυτοδιοίκησης, περιβαλλοντικές οργανώσεις
και ειδικοί επιστήμονες εξαπολύουν σφοδρά πυρά κατά της κυβέρνησης, κάνοντας
λόγο για υποβάθμιση του χαρακτήρα του νερού ως δημόσιου και κοινωνικού αγαθού.
Παράλληλα, κάνουν λόγο για «εμπορευματοποίηση», αλλά και
για «κερκόπορτα ιδιωτικοποίησής» του, προεξοφλώντας αυξήσεις στα τιμολόγια και
υποβάθμιση της ποιότητας του νερού, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη δημόσια
υγεία.
Η κυβέρνηση επιχειρεί να πλασάρει την αντίστροφη εικόνα.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, στο πλαίσιο της συνεδρίασης του υπουργικού συμβουλίου,
επιχείρησε να πείσει ότι η «Πολιτεία αναλαμβάνει την προστασία αυτού του
πολύτιμου δημόσιου αγαθού», απορρίπτοντας τις αιτιάσεις περί ιδιωτικοποίησης ή
εμπορευματοποίησης του νερού.
Ένα βήμα παραπέρα – ίσως προς… σοσιαλιστική κατεύθυνση –
πήγε ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου.
Ισχυρίστηκε, σε βίντεο που ανάρτησε, ότι όχι μόνο δεν
ιδιωτικοποιείται το νερό, αλλά αντιθέτως ενισχύεται ο δημόσιος χαρακτήρας της
ύδρευσης.
Οι αποκλεισμοί των φορέων
Παρ’ όλα αυτά, μένει αναπάντητο το εξής ερώτημα: γιατί η
κυβέρνηση, όπως καταγγέλλει η αντιπολίτευση, απέκλεισε από την ακρόαση των
φορέων στην αρμόδια Επιτροπή της Βουλής τους πλέον αρμόδιους για το
συγκεκριμένο νομοσχέδιο, δηλαδή την Ένωση Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης και
Αποχέτευσης, την Κεντρική Ένωση Δήμων Ελλάδας και τη Ρυθμιστική Αρχή Αποβλήτων,
Ενέργειας και Υδάτων;
Οι αποτυχίες των ιδιωτικοποιήσεων
Η διεθνής εμπειρία καταδεικνύει, σύμφωνα με τους
επικριτές του νομοσχεδίου, την παταγώδη αποτυχία των πολιτικών
εμπορευματοποίησης και ιδιωτικοποίησης του νερού, σε βαθμό που να ανακύψει
ακόμη και ο κίνδυνος περιορισμού της καθολικής πρόσβασης σε αυτό.
Ποιο ήταν το αποτέλεσμα; Σε πολλές περιπτώσεις, το
Δημόσιο αναγκάστηκε να ανακτήσει τον έλεγχο των εταιρειών ύδρευσης.
Τα αποτελέσματα του «θατσερισμού»
Η πλήρης ιδιωτικοποίηση του νερού σε Αγγλία και Ουαλία
πραγματοποιήθηκε το 1989, επί κυβέρνησης Μάργκαρετ Θάτσερ, μεταφέροντας τις
δέκα περιφερειακές αρχές ύδρευσης και αποχέτευσης σε ιδιωτικές εταιρείες.
Αποτελεί μοναδική περίπτωση παγκοσμίως, με ένα εξ
ολοκλήρου ιδιωτικό μοντέλο, το οποίο έχει προκαλέσει σοβαρά περιβαλλοντικά και
κοινωνικά προβλήματα. Από τότε, οι λογαριασμοί νερού στην Αγγλία έχουν αυξηθεί
κατά 40%.
Για χρόνια, οι διαρροές λυμάτων σε ποτάμια και λίμνες της
χώρας καταγράφουν επίπεδα-ρεκόρ, την ίδια ώρα που τα στελέχη των εταιρειών
λαμβάνουν υπέρογκα μερίσματα και μπόνους. Σε αυτό το φόντο, πληθαίνουν οι φωνές
υπέρ της κρατικοποίησης.
Το δημοψήφισμα στο Βερολίνο
Η εταιρεία ύδρευσης και αποχέτευσης του Βερολίνου
ιδιωτικοποιήθηκε το 1999, έναντι 1,6 δισεκατομμυρίων ευρώ, με τους ιδιώτες να
αποκτούν το 49,9% των μετοχών και το μάνατζμεντ.
Είχαν όμως και «μυστικά συμβόλαια» που τους εξασφάλιζαν
εγγυημένη κερδοφορία, με αποτέλεσμα το νερό να ακριβύνει, να υποβαθμιστεί η
ποιότητά του και να απολυθούν 2.000 εργαζόμενοι.
Τα μέλη του κινήματος πολιτών «Τραπέζι του Νερού»,
αξιοποιώντας τις λαϊκές αντιδράσεις για την άνοδο της τιμής του νερού, που
έφτασε ακόμη και το 400%, ξεκίνησαν αρχικά συλλογή υπογραφών και στη συνέχεια
διοργάνωσαν άτυπο δημοψήφισμα, τον Φεβρουάριο του 2011.
Από τους 660.000 Βερολινέζους που ψήφισαν, το 89% τάχθηκε
υπέρ της αποχώρησης των ιδιωτών. Υπό την πίεση που ασκήθηκε στον δήμο, οι δύο
εταιρείες (RWE και Veolia) αποχώρησαν, λαμβάνοντας αποζημιώσεις ύψους 2,7
δισεκατομμυρίων ευρώ. Το 2013 το Βερολίνο επαναγόρασε το σύνολο της εταιρείας.
Το 95% των Ιταλών κατά της ιδιωτικοποίησης
Τον Ιούνιο του 2011, περισσότερο από το 95% των Ιταλών
τάχθηκε κατά του νόμου που επέτρεπε τη διαχείριση των δημόσιων τοπικών
υπηρεσιών ύδρευσης από τον ιδιωτικό τομέα.
Δύο χρόνια αργότερα, όμως, ακολούθησε η ασφυκτική πίεση
της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία, μέσω των συστάσεων του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου
χαρακτήριζε τις υπηρεσίες ύδρευσης στην Ιταλία ως αρνητικό παράδειγμα που
έπρεπε να αλλάξει.
Αποτέλεσμα είναι σήμερα το νερό και τα δίκτυα ύδρευσης να
ανήκουν αποκλειστικά στο Δημόσιο, ενώ οι υπηρεσίες ύδρευσης μπορούν να
παρέχονται είτε από δημόσιους είτε από ιδιωτικούς φορείς ή μέσω συνδυασμού των
δύο.
Η στροφή από το Παρίσι
Από τη δεκαετία του 1980, η πλειονότητα των γαλλικών
δήμων παραχώρησε τη λειτουργία της ύδρευσης σε μεγάλους ιδιωτικούς ομίλους.
Το μοντέλο βασίστηκε σε μακροχρόνιες συμβάσεις
παραχώρησης. Οι δήμοι διατηρούσαν την ιδιοκτησία των δικτύων, αλλά η
τιμολόγηση, η συντήρηση και οι επενδύσεις περνούσαν στους ιδιώτες.
Με τον χρόνο, το σύστημα κατηγορήθηκε για αυξήσεις
τιμολογίων, περιορισμένη διαφάνεια και εξάρτηση των δήμων από τους παρόχους.
Στρατηγικής σημασίας θεωρείται η στροφή του Παρισιού, το οποίο
επαναδημοτικοποίησε πλήρως την ύδρευση το 2009.
Οι τιμές του νερού μειώθηκαν αμέσως κατά 8%, ενώ με τον
εντοπισμό και την αποκατάσταση των διαρροών στο δίκτυο ύδρευσης το Παρίσι
εξοικονόμησε ακόμη ένα εκατομμύριο κυβικά μέτρα νερού. Το ίδιο παράδειγμα
ακολούθησαν μεγάλες πόλεις, όπως η Λυών, το Μπορντό, η Ρεν, η Νίκαια και η
Γκρενόμπλ.
Τα παραδείγματα της Ισπανίας και της Πορτογαλίας
Κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης στην Πορτογαλία,
πολλοί δήμοι προχώρησαν στην ιδιωτικοποίηση των εταιρειών ύδρευσης.
Μετά τις κατακόρυφες αυξήσεις στις τιμές του νερού, όμως,
είτε ανέκτησαν τον έλεγχο των εταιρειών είτε επιχειρούν να τις επαναγοράσουν ή,
τουλάχιστον, να συμμετέχουν σε αυτές ως μέτοχοι, προκειμένου να ανακτήσουν
μέρος της τιμολογιακής τους πολιτικής.
Στην Ισπανία, η διαχείριση του νερού είναι αποκεντρωμένη
και μοιρασμένη μεταξύ δημόσιων, ιδιωτικών και μικτών φορέων, με σημαντικές
τάσεις επαναδημοτικοποίησης σε αρκετές πόλεις.
Σε δημόσια χέρια, μετά τη λήξη των ιδιωτικών συμβάσεων,
επανήλθαν οι εταιρείες ύδρευσης σε πόλεις όπως η Σεβίλλη και η Βαγιαδολίδ.
Η μπότα του ΔΝΤ στη Λατινική Αμερική
Εμφαντικά είναι και τα παραδείγματα ιδιωτικοποίησης και
επανακρατικοποίησης στη Λατινική Αμερική.
Το δίδυμο ΔΝΤ και Παγκόσμιας Τράπεζας έβαλε στο στόχαστρο
τα δίκτυα ύδρευσης και αποχέτευσης της Αργεντινής και της Βολιβίας τη δεκαετία
του 1990.
Στην Αργεντινή, το νερό ιδιωτικοποιήθηκε το 1993, με
αποτέλεσμα οι λογαριασμοί να εκτοξευτούν και μόλις το 12% των λυμάτων να περνά
από επεξεργασία.
Έπειτα από μια σειρά κοινωνικών αναταραχών, το δίκτυο
επέστρεψε στο Δημόσιο το 2006.
Ο «Πόλεμος του Νερού»
Ο «Πόλεμος του Νερού» στην Κοτσαμπάμπα της Βολιβίας, το
2000, αποτέλεσε μια μεγάλη λαϊκή εξέγερση κατά της ιδιωτικοποίησης του νερού, η
οποία προκάλεσε τον θάνατο διαδηλωτών από αστυνομικά και στρατιωτικά πυρά.
Οι αυξήσεις στα τιμολόγια που είχε επιβάλει η αμερικανική
εταιρεία έφτασαν ακόμη και το 2.000% σε ορισμένες περιπτώσεις, ενώ απαγορεύτηκε
ακόμη και η συλλογή βρόχινου νερού.
Κάτω από τη λαϊκή πίεση, ακυρώθηκε η σύμβαση με την
ιδιωτική εταιρεία. Αποκορύφωμα του αγώνα ήταν η συνταγματική κατοχύρωση του
νερού ως δημόσιου αγαθού το 2009.
