Η εξέλιξη δεν σχεδιάζει οργανισμούς από λευκό χαρτί. Δεν ξεκινά κάθε φορά από την αρχή, αλλά «δουλεύει» με ό,τι έχει κληρονομηθεί από τις προηγούμενες γενιές. Το αποτέλεσμα είναι λύσεις που λειτουργούν αρκετά καλά για την επιβίωση, αλλά κάθε άλλο παρά τέλειες είναι.
Για αιώνες, η παρομοίωση του ανθρώπινου σώματος με μια
μηχανή υπήρξε ένα από τα πιο χρήσιμα εργαλεία της επιστήμης. Μας επέτρεψε να
κατανοήσουμε καλύτερα την καρδιά, την κυκλοφορία του αίματος και τη λειτουργία
των οργάνων, ανοίγοντας τον δρόμο για θεραπείες, φάρμακα και χειρουργικές
τεχνικές.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν αυτή η μεταφορά παύει να
αποτελεί απλώς ένα επιστημονικό εργαλείο και μετατρέπεται σε έναν γενικό τρόπο
με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε το σώμα, αλλά και τη ζωή μας, σύμφωνα με ανάλυση
των Financial Times.
Από την καρδιά-αντλία στο σώμα-μηχανή
Η ιδέα ότι το ανθρώπινο σώμα μπορεί να αντιμετωπιστεί σαν
ένα είδος μηχανισμού έχει βαθιές ιστορικές ρίζες.
Το 1628, ο Άγγλος γιατρός Γουίλιαμ Χάρβεϊ δημοσίευσε την
πρωτοποριακή μελέτη του για την κυκλοφορία του αίματος, αμφισβητώντας
αντιλήψεις που κυριαρχούσαν για περίπου 14 αιώνες. Απέδειξε ότι το αίμα
κυκλοφορεί σε κλειστό σύστημα και ότι η καρδιά λειτουργεί ουσιαστικά ως αντλία.
Η ανακάλυψη αυτή ενίσχυσε την αντίληψη ότι το σώμα θα
μπορούσε να μελετηθεί όπως μια σύνθετη μηχανή, στην οποία κάθε τμήμα επιτελεί
μια συγκεκριμένη λειτουργία.
Λίγο αργότερα, ο Ρενέ Ντεκάρτ αντιμετώπισε τα ζώα ως ένα
είδος βιολογικών αυτοματισμών, ενώ το 1687 ο Ισαάκ Νεύτων περιέγραψε ένα σύμπαν
που λειτουργεί σύμφωνα με μαθηματικούς νόμους.
Τον 18ο αιώνα, ο Γάλλος γιατρός και φιλόσοφος Ζυλιέν Οφρέ
ντε Λα Μετρί πήγε ακόμη παραπέρα. Στο έργο του «Ο άνθρωπος-μηχανή» υποστήριξε
ότι ακόμη και η σκέψη και τα συναισθήματα μπορούν να ερμηνευθούν ως αποτέλεσμα
υλικών και σωματικών λειτουργιών.
Η προσέγγιση αυτή αποδείχθηκε εξαιρετικά παραγωγική για
την επιστήμη. Η ανάλυση του οργανισμού στα επιμέρους συστατικά του μας έδωσε τη
δυνατότητα να εντοπίσουμε προβλήματα, να κατανοήσουμε μηχανισμούς και να
αναπτύξουμε αποτελεσματικές παρεμβάσεις.
Ωστόσο, η επιτυχία αυτής της προσέγγισης μπορεί εύκολα να
μας κάνει να ξεχνάμε πού σταματούν τα όριά της.
Όταν η «βελτιστοποίηση» γίνεται τρόπος ζωής
Η λογική της μηχανής και της μέγιστης απόδοσης δεν έμεινε
περιορισμένη στα εργαστήρια και στα εργοστάσια. Σταδιακά πέρασε και στην
καθημερινότητά μας.
Το 1911, ο Φρέντερικ Γουίνσλοου Τέιλορ χρησιμοποιούσε
χρονόμετρο για να καταγράψει με ακρίβεια τις κινήσεις των εργατών, αναζητώντας
τον πιο αποδοτικό τρόπο εκτέλεσης κάθε εργασίας.
Περισσότερο από έναν αιώνα αργότερα, η ίδια λογική έχει
εισχωρήσει στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε το σώμα μας.
Μετράμε τα βήματα, τις θερμίδες, τις ώρες ύπνου, τους
παλμούς και την απόδοσή μας στην άσκηση. Παρακολουθούμε τη διατροφή μας,
καταγράφουμε τις προπονήσεις μας και αναζητούμε συνεχώς τρόπους να γίνουμε πιο
γρήγοροι, πιο δυνατοί, πιο αδύνατοι ή πιο «αποδοτικοί».
Ακόμη και δραστηριότητες όπως η γιόγκα μπορούν να
ενταχθούν στην ίδια λογική: πόσο ευέλικτοι είμαστε, πόσο καλά εκτελούμε μια
στάση, πόσο γρήγορα μπορούμε να βελτιωθούμε.
Έτσι, μια μεταφορά που δημιουργήθηκε για να μας βοηθήσει
να κατανοήσουμε το σώμα αρχίζει να καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο ζούμε μέσα
σε αυτό.
Το σώμα αντιμετωπίζεται σαν ένα σύνολο εξαρτημάτων που
μπορούμε να ρυθμίσουμε ξεχωριστά, να διορθώσουμε και να βελτιστοποιήσουμε, ώστε
να αποδίδει καλύτερα.
Μόνο που ο ανθρώπινος οργανισμός δεν κατασκευάστηκε σε
εργοστάσιο.
Η εξέλιξη δεν είναι μηχανική
Το ανθρώπινο σώμα είναι προϊόν εκατομμυρίων ετών
εξέλιξης. Και η εξέλιξη δεν έχει σχέδιο, ούτε ξεκινά από την αρχή.
Προσαρμόζει αυτό που ήδη υπάρχει.
Γι’ αυτό και το ανθρώπινο σώμα είναι γεμάτο συμβιβασμούς,
αλληλεξαρτήσεις και λύσεις που ένας μηχανικός πιθανότατα θα απέρριπτε ως
παράλογες.
Το αριστερό παλίνδρομο λαρυγγικό νεύρο αποτελεί
χαρακτηριστικό παράδειγμα. Αντί να ακολουθεί μια σύντομη και άμεση διαδρομή
προς τον λάρυγγα, κατεβαίνει μέχρι τον θώρακα, περνά κάτω από το αορτικό τόξο
και στη συνέχεια ανεβαίνει ξανά προς τον λάρυγγα. Η περίεργη αυτή πορεία
αποτελεί εξελικτικό κατάλοιπο της πολύ διαφορετικής ανατομίας των υδρόβιων
προγόνων μας.
Και το μάτι δεν είναι ακριβώς ένα υπόδειγμα τέλειου
σχεδιασμού. Το φως πρέπει να περάσει μέσα από τα στρώματα του αμφιβληστροειδούς
πριν φτάσει στους φωτοϋποδοχείς, ενώ στο σημείο όπου εξέρχεται το οπτικό νεύρο
υπάρχει το γνωστό «τυφλό σημείο».
Ακόμη και ο ανθρώπινος τοκετός είναι αποτέλεσμα ενός
δύσκολου εξελικτικού συμβιβασμού: το μεγάλο κεφάλι και οι ώμοι του βρέφους
πρέπει να περάσουν από έναν σχετικά στενό γεννητικό σωλήνα.
Κανένας μηχανικός που σχεδιάζει ένα σύστημα από την αρχή
δεν θα επέλεγε εύκολα τέτοιες λύσεις.
Αλλά η εξέλιξη δεν είχε αυτή την πολυτέλεια. Δεν μπορούσε
να πετάξει το υπάρχον σχέδιο και να ξεκινήσει από την αρχή. Έπρεπε να
τροποποιεί σταδιακά ό,τι υπήρχε ήδη.
Το σώμα είναι σύστημα, όχι μηχανή
Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να εγκαταλείψουμε τη
μηχανιστική προσέγγιση.
Όταν ένας γιατρός ανοίγει μια φραγμένη αρτηρία,
αντικαθιστά μια κατεστραμμένη άρθρωση ή αντιμετωπίζει ένα πρόβλημα σε κάποιο
όργανο, η αντίληψη του σώματος ως συστήματος που αποτελείται από επιμέρους
λειτουργίες μπορεί να είναι εξαιρετικά χρήσιμη.
Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν μετατρέπουμε αυτό το
επιστημονικό εργαλείο σε μια συνολική φιλοσοφία για τον άνθρωπο.
Ο οργανισμός δεν αποτελείται από ανεξάρτητα εξαρτήματα.
Τα συστήματά του βρίσκονται σε συνεχή αλληλεπίδραση.
Το μικροβίωμα του εντέρου, για παράδειγμα, επικοινωνεί με
το ανοσοποιητικό και το νευρικό σύστημα. Το χρόνιο στρες μπορεί να επηρεάσει
αυτή την ισορροπία, ενώ μηχανισμοί που υπό φυσιολογικές συνθήκες προστατεύουν
τον οργανισμό μπορούν, όταν απορρυθμιστούν, να συμβάλουν σε επίμονες
φλεγμονώδεις αντιδράσεις.
Η εικόνα που προκύπτει δεν θυμίζει τόσο μια μηχανή όσο
ένα τεράστιο δίκτυο αλληλεξαρτήσεων, όπου μια αλλαγή σε ένα σημείο μπορεί να
επηρεάσει πολλά άλλα.
Μια διαφορετική σχέση με το σώμα
Η γιόγκα προσφέρει μια διαφορετική οπτική πάνω σε αυτή τη
σχέση.
Η αρχαία φιλοσοφική παράδοση από την οποία προέρχεται δεν
αντιμετωπίζει το σώμα αποκλειστικά ως εργαλείο απόδοσης. Δίνει μεγαλύτερη
έμφαση στην επίγνωση, την παρατήρηση και τη διαύγεια παρά στην αδιάκοπη προσπάθεια
για βελτίωση.
Η ιδέα αυτή έρχεται σε αντίθεση με τη σύγχρονη εμμονή με
τη μέτρηση και τη βελτιστοποίηση.
Δεν χρειάζεται κάθε δραστηριότητα να παράγει καλύτερη
επίδοση. Δεν χρειάζεται κάθε γεύμα να υπολογίζεται με ακρίβεια. Δεν χρειάζεται
κάθε νύχτα ύπνου να μετατρέπεται σε έναν ακόμη δείκτη προς βελτίωση.
Κάποιες φορές, το ζητούμενο μπορεί απλώς να είναι να
κατοικούμε το σώμα μας και να το ακούμε.
Γιατί το σώμα δεν είναι ένα μηχάνημα που περιμένει να
ρυθμιστεί στην τέλεια απόδοση.
Είναι ένα ζωντανό, εξελικτικά διαμορφωμένο και
αναπόφευκτα ατελές σύστημα, γεμάτο συμβιβασμούς και αλληλεξαρτήσεις.
Και ίσως το μεγαλύτερο λάθος δεν είναι ότι χρησιμοποιούμε
τη μηχανή ως μεταφορά για να κατανοήσουμε το σώμα. Το λάθος είναι να ξεχάσουμε
ότι πρόκειται μόνο για μεταφορά.
Όταν η ανάγκη να διορθώνουμε, να μετράμε και να
βελτιστοποιούμε διαρκώς τον εαυτό μας γίνεται ο τρόπος με τον οποίο
αντιλαμβανόμαστε τη ζωή, τότε ένα εργαλείο που δημιουργήθηκε για να μας
βοηθήσει να κατανοήσουμε το σώμα μπορεί τελικά να μας απομακρύνει από αυτό.
Ίσως, λοιπόν, το ζητούμενο δεν είναι να κάνουμε το σώμα
μας τέλειο.
Ίσως είναι να μάθουμε να ζούμε καλύτερα μέσα σε αυτό.
